1. Η καταγωγή σκύλου-κύνα

2. Η Εξέλιξη του σκύλου-κύνα

3. Επανεξέταση της Καταγωγής του σκύλου

4. Βίοι Παράλληλοι

1. Οι περιπέτειες της λέξης Μολοσσός

2. Η εξέλιξη των Βραχυκεφάλων

1. Σχέση ανθρώπου-ζώων

2. Σκύλος-κύνας και ανθρώπινη κοινωνία

3. Η κυνοφιλία στην Ευρώπη

1. Η όραση του σκύλου

2. Η Ακοή του σκύλου

3. Η Οσμή του σκύλου

4. Ρύγχος - εγκέφαλος - Θερμορύθμιση

5. Παλαιονευρολογικη μελέτη του εγκεφάλου των Canidae

 

Λογότυποσ κυνοπαιδεία
English
Αρχική σελίδα
Επιστροφή στα άρθρα
Έρευνα μελέτες
copyright 2006-Cynopedia.com
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Dr. Pashaud

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΕΞΗΜΕΡΩΣΗΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΚΥΝΟΛΟΓΙΑ

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΧΡΩΜΑ ΣΤΑ ΖΩΑ

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ "ΚΑΘΑΡΟΑΙΜΙΑ"

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Η Όραση στο σκύλο
Το οπτικό σύστημα των σκύλων λειτουργεί διαφορετικά από το αντίστοιχο άλλων θηλαστικών, π.χ. του ανθρώπου, όσον αφορά την ανάλυση των πληροφοριών στον εγκέφαλο. Στον άνθρωπο οι οπτικές πληροφορίες επεξεργάζονται στον εγκέφαλο με έναν μοναδικό τρόπο για την κατανόηση των πληροφοριών και την αντίληψη του περιβάλλοντος χώρου. Ο σκύλος όμως όταν ερευνά το περιβάλλον του βασίζεται στον συνδυασμό των αισθήσεων, με κυρίαρχη την όσφρηση και όχι στην όραση.  Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η οπτική ικανότητά του είναι λιγότερο ανεπτυγμένη από ό τι στον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την διαφορετική προσαρμογή κατά την διάρκεια της εξέλιξης, σε ένα περιβάλλον που συνεχώς μεταβάλλεται. 
Αν θέλαμε να το αναλύσουμε θα λέγαμε ότι ο οφθαλμός του σκύλου είναι:
α) εξοπλισμένος με μια οπή που επιτρέπει την είσοδο του φωτός και
β) με ένα διάφραγμα αυξομειούμενης διαμέτρου (ίριδα) που ρυθμίζει την φωτεινότητα.
Στο εσωτερικό υπάρχει ο Κρυσταλοειδής φακός που είναι αυξομειούμενης καμπυλότητας ο οποίος εστιάζει το φώς, δηλαδή είναι ο ρυθμιστής της εστίασης αλλά και του μεγέθους του ειδώλου όπως και της ευκρίνειας του. Η εστίαση αυτή γίνεται στο βάθος του οφθαλμού πάνω στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, μια μεμβράνη γεμάτη με φωτοευαίσθητα κύτταρα που θα πάρουν το φώς και θα το μεταφέρουν μέσω του οπτικού νεύρου στον εγκέφαλο για περαιτέρω επεξεργασία.
Η βασική όραση στα θηλαστικά
Ο οφθαλμός του σκύλου, όπως είναι κατασκευασμένος, μοιάζει με αυτόν των άλλων θηλαστικών. Έχει όμως και διακριτές διαφορές με αυτά, που οφείλονται στην διαφορετική προσαρμογή. Γενικά ο σκύλος, που κατέληξε μέσω της εξέλιξης αρπακτικό, έχει εξειδικευτεί στο λυκόφως (τις πρώτες βραδινές ώρες) και στο λυκαυγές (πρώτες πρωινές ώρες). Αντίθετα ο άνθρωπος π.χ. έχει προσαρμοστεί σε συνθήκες ημερήσιου φωτός, με καλύτερη αντίληψη στο χρώμα και στο βάθος του πεδίου.
Συγκρίνοντας το μάτι του ανθρώπου με αυτό του σκύλου διαπιστώνουμε ότι η κόρη (κερατοειδής)  είναι μεγαλύτερη, αλλά και εσωτερικά ο κρυσταλοειδής φακός έχει προσαρμοστεί έτσι ώστε να  έχει καλύτερη απόδοση (μεγάλο άνοιγμα) σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, θυσιάζοντας έτσι το βάθος πεδίου και την απόλυτη ευκρίνεια. (Coren 2004).
Για να γίνει αυτό αντιληπτό θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις αρχές της Οπτικής, όπως αυτές εφαρμόζονται στις φωτογραφικές μηχανές. Αν θεωρήσουμε ότι η κόρη του ματιού του σκύλου αντιπροσωπεύει ένα συγκεντρωτικό φακό, όσο μεγαλύτερη διάμετρο έχει τόσο περισσότερο φώς επιτρέπεται να περάσει μέσα στο μάτι. Άρα μπορεί σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού να βλέπει καλύτερα. Όμως, αυτός ο μεγάλος φακός δίνει θολή περιφερειακή όραση εξαιτίας της μεγάλης γωνίας πρόπτωσης του φωτός στην περιφέρεια του φακού.  Έτσι η σαφής εικόνα που αποτυπώνεται στον αμφιβληστροειδή είναι αυτή που περνάει κεντρικά και γύρω από το κέντρο αυτού του φακού. Έτσι το μάτι του σκύλου έχει καλή ευκρίνεια όταν βλέπει μακριά και πιο θολή όταν προσπαθεί να εστιάσει κοντά.
Επίσης στο σκύλο έχουμε μια επιπλέον «μειωμένη» ικανότητα, συγκριτικά πάντοτε με αυτή του ανθρώπινου οφθαλμού. Η οριζόντια κίνηση των οφθαλμών στο σκύλο είναι ευρεία και μπορεί να εστιάσει και με τα δύο μάτια στο ακρορρίνιο του αλλά και να δει στο πλάι αρκετά καλά. Αντίθετα, η κάθετη κίνηση των οφθαλμών είναι περιορισμένη. Συνεπώς και το εύρος της κίνησης τους είναι περιορισμένο. Γι’ αυτόν τον λόγο ο σκύλος αν δεν σκύψει δεν μπορεί να στρέψει τα μάτια του κάθετα στο έδαφος επαρκώς, αλλά και εάν δεν σηκώσει το λαιμό η δεν «γύρει» το κεφάλι στο πλάι, δεν μπορεί να δει προς τον ουρανό. Αυτή η ελλιπής κάθετη σάρωση του πεδίου που ο σκύλος παρατηρεί, μειώνει την αντίληψη του βάθους και κατά συνέπεια την τρισδιάστατη αντίληψη του αντικειμένου. Η οριζόντια σάρωση σε συνάρτηση με την κάθετη δίνουν την αίσθηση του όγκου στο αντικείμενο, σε συνδυασμό φυσικά με την διόφθαλμη όραση. Άρα ο σκύλος βλέπει το αντικείμενο κατά προσέγγιση, αφού αυτό που είναι στο κέντρο του οπτικού του πεδίου είναι σαφές, ενώ ότι είναι στο περιφερειακό είναι ασαφές, δηλαδή θολότερο.

 Αφού το φώς διέλθει από τον κερατοειδή (κόρη) και τον κρυσταλοειδή φακό θα συγκεντρωθεί και θα φθάσει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, ο οποίος είναι γεμάτος από φωτοευαίσθητα νευρικά κύτταρα 2 τύπων, όπως ακριβώς και στον άνθρωπο. Αυτά, λόγω ακριβώς του σχήματός τους, ονομάζονται ράβδοι και κώνοι (λειτουργούν όπως το πρίσμα στην ανάλυση του φωτός). Οι μεν ράβδοι είναι αυτοί που αντιλαμβάνονται το νυχτερινό φώς (δηλαδή το φωτεινό - σκοτεινό) και οι κώνοι,  εξαιτίας του κωνικού σχήματος τους, μπορούν να αναλύσουν την φωτεινή δέσμη. Υπάρχουν τριών ειδών κώνοι, που το κάθε είδος είναι υπεύθυνο για την ανάλυση συγκεκριμένου μήκους κύματος και η ανάλυση από τον εγκέφαλο αυτών των διαφορετικών σε ένταση χρωμάτων δίνουν την αίσθηση των γνωστών μας χρωμάτων της ίριδος (επτάχρωμη κλίμακα). (Coren, 2004 & Lindsay, 2000).
Στον αμφιβληστροειδή του σκύλου βρίσκουμε 97% Ράβδους και 3% κώνους,  με τους κώνους να είναι κατά πολύ λιγότεροι  από ότι στον άνθρωπο. Δηλαδή η αντίληψη του χαμηλού φωτισμού και αίσθηση της κίνησης στο σκύλο είναι εξαιρετικά αυξημένη και μειωμένη η έγχρωμη όραση, αλλά όχι ανύπαρκτη. "(Lindsay, 2000)".
Μια άλλη διαφορά στο μάτι του σκύλου είναι η απουσία Βοθρίου στον αμφιβληστροειδή.  Το Βοθρίο είναι το κεντρικότερο σημείο της ωχρής κηλίδας. Η Ωχρά κηλίδα είναι το μέρος του αμφιβληστροειδή που περιέχει την μεγαλύτερη πυκνότητα φωτοευαίσθητων κυττάρων και από αυτά τα περισσότερα είναι κώνοι. Η κεντρική της περιοχή είναι το Βοθρίο, όπου σχεδόν απουσιάζουν οι Ράβδοι και είναι το σημείο όπου καταλήγει το φώς συγκεντρωμένο και "αποτυπώνει" το είδωλο. Στο σημείο αυτό έχουμε την μέγιστη ευκρίνεια (καθαρότητα εικόνας) και αντίληψη των χρωμάτων. Αντί αυτού, στην αντίστοιχη περιοχή στο μάτι του σκύλου βρίσκουμε μια οπτική Ράβδωση  με μεγαλύτερη πυκνότητα φωτοευαίσθητων κυττάρων, που είναι υπεύθυνη για την σαφή αποτύπωση, την διόφθαλμη όραση και την οριζόντια σάρωση. "(Lindsay, 2000)".
Πρόσφατες  μελέτες σχετικά με την οπτική ράβδωση στον οφθαλμό του σκύλου απέδειξαν ότι το σχήμα και η κατασκευή των ματιών έχει άμεση σχέση με το μήκος και το σχήμα του ρύγχους. Σύμφωνα με αυτές τις μελέτες τα σκυλιά με μακρύ ρύγχος έχουν μια σειρά από φωτοευαίσθητα κύτταρα σε μεγάλη πυκνότητα που διατρέχουν τον αμφιβληστροειδή πέραν της οπτικής ράβδωσης σε οριζόντιο άξονα, που φτάνει να προσδώσει στα εν λόγω σκυλιά οριζόντια καθαρή όραση πλέον των 200 μοιρών και όσο απομακρυνόμαστε από τον οριζόντιο αυτό άξονα, η εικόνα γίνεται ασαφής και θολή. Σε αντίθεση τα σκυλιά με κοντό ρύγχος ή πολύ κοντό ρύγχος (βραχυκέφαλα), έχουν γύρω από την οπτική ράβδωση μια ομόκεντρη περιοχή πλούσια σε φωτοευαίσθητα κύτταρα, με την κεντρική της περιοχή να έχει την μεγαλύτερη πυκνότητα, έτσι αυτά τα σκυλιά έχουν μια κεντρική περιοχή πολύ καθαρή και περιφερειακή πιο ασαφής, κάτι σαν την ανθρώπινη όραση. (the Bark 2004)
Με βάση τα παραπάνω τα σκυλιά με μακρύ ρύγχος (δολιχοκέφαλα) έχουν πολύ καλή όραση για μεγάλες αποστάσεις και καλή περιφερειακή όραση σε οριζόντιο άξονα, με πιο ασαφή και μειωμένη την κοντινή όραση, ενώ τα σκυλιά με κοντό ρύγχος έχουν πολύ καλή κοντινή και κεντρική όραση, τόσο που να ξεχωρίζουν ακόμα και τις εκφράσεις του προσώπου του ιδιοκτήτη τους αλλά με περιφερειακή όραση θολή όπως και την μακρινή μειωμένη.

Μια άλλη δομική διαφορά, σε σύγκριση με το ανθρώπινο μάτι, είναι ότι το μάτι του σκύλου είναι εξοπλισμένο με έναν ανακλαστικό τάπητα (μεμβράνη πίσω από τον αμφιβληστροειδή). Είναι μια γυαλιστερή ανακλαστική επιφάνεια που ανακλώντας πίσω το φώς αυξάνει την αίσθηση του, σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, από τα κύτταρα. Είναι αυτή η λάμψη που φαίνεται στα μάτια των σκυλιών την νύχτα όταν πέσει πάνω τους έντονο φώς.  Και ακριβώς κάτω από αυτό τον ανακλαστικό τάπητα βρίσκεται ακόμα ένας μελανός τάπητας, ο οποίος απορροφά την υπερβολική φωτεινότητα μειώνοντας το θάμπωμα και τις επιπτώσεις τις διασποράς του φωτός μέσα στο μάτι. Τελικά και οι δύο αυτοί τάπητες έχουν σαν στόχο να ρυθμίσουν επιπλέον την διάχυση του φωτός και την συγκέντρωσή του, προκειμένου να γίνει πιο σαφής η αποτύπωση από τα φωτοευαίσθητα κύτταρα. "(Lindsay, 2000)".

Υπάρχει η αντίληψη ότι τα σκυλιά δεν μπορούν να διακρίνουν χρώματα. Αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό, αφού τα σκυλιά έχουν την ικανότητα να διακρίνουν τα χρώματα, όχι όμως τόσο έντονα σε διαβάθμιση, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους.  Δεδομένου ότι τα σκυλιά στερούνται τον ίδιο αριθμό κώνων που περιέχονται στο ανθρώπινο μάτι και εφόσον οι κώνοι είναι υπεύθυνοι για την οπτική οξύτητα και την διάκριση του χρώματος, είναι λογικό ότι τα σκυλιά περιορίζονται ως προς  αυτή την ικανότητα.  Επιπλέον, από τους τρείς τύπους κώνων στο μάτι του σκύλου υπάρχουν μόνο οι δύο και έτσι η αντίληψη των χρωμάτων είναι ελλειμματική.  (Coren, 2004). Αναλυτικά λοιπόν ο σκύλος μπορεί να αντιληφθεί τα χρώματα όπως το σκούρο μπλε, γαλάζιο, γκρι, ανοιχτό κίτρινο, σκούρο κίτρινο (κάτι σαν καφέ). Αντίθετα είναι δύσκολο να αντιληφθούν το σκούρο γκρίζο και το μαύρο. Με αυτή την διαπίστωση καταλαβαίνουμε γιατί τα σκυλιά κατά την έρευνα στο κυνήγι ερευνούν περισσότερο με την μύτη και όχι με τα μάτια, ένα θήραμα για παράδειγμα πεσμένο και ακίνητο.
Άρα η οπτική οξύτητα στον σκύλο είναι μειωμένη σε σχέση με αυτή του ανθρώπου και αυτό διότι τα σκυλιά, κατά την διάρκεια της εξέλιξής τους, εξέλιξαν περισσότερο την όσφρησή τους. Περιγραφικά θα λέγαμε ότι ο σκύλος βλέπει τον κόσμο του σαν να έχει μπροστά του ένα πέπλο πολύ λεπτής ομίχλης (Coren, 2004).
Όμως αυτή η μειωμένη σαφήνεια στην καθαρότητα της όρασης, προσδίδουν στον σκύλο μια εξαιρετική ικανότητα αντίληψης της κίνησης. Αυτό φυσικά είναι σημαντικό για ένα αρπακτικό. Πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι ο σκύλος είναι ικανός να αντιληφθεί την παραμικρή κίνηση σε ένα θήραμα από μεγάλη απόσταση ακόμα και σε απόσταση μεγαλύτερη των 500 μέτρων αλλά το ίδιο αντικείμενο αν είναι πιο κοντά και σταθερό δεν μπορεί να το αντιληφθεί οπτικά, με αποτέλεσμα να χρειάζεται την βοήθεια της όσφρησης.
Επιπλέον και ανάλογα με το κρανίο (βραχυκέφαλος ή δολιχοκέφαλος ή φωλεοδύτης), τα μάτια μπορεί να βρίσκονται μπροστά και πάνω στο μέτωπο αλλά όσο μακρύτερο είναι το ρύγχος τόσο μεγαλύτερο είναι το οπτικό πεδίο που αντιλαμβάνεται ο σκύλος.  Αυτό το πεδίο είναι μεγαλύτερο από του ανθρώπου (άνθρωπος 170 μοίρες  και στο  σκύλο πλέον των 200 μοιρών).
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι τα σκυλιά εξελίχθηκαν βασιζόμενα περισσότερο στην όσφρηση και όχι στην όραση και αυτό διότι με αυτό τον τρόπο μπορούσαν να πετύχουν καλύτερα την επιβίωσή τους. Αυτή είναι μια ζωτική διαφορά που οφείλουμε να κατανοήσουμε για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την διαφορετικότητα του σκύλου και να βελτιώσουμε την επικοινωνία μας μαζί του. (Coren 2004).

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ο Κρητικός Ιχνηλάτης έχει αυτή την μορφή στα μάτια που έχουν αυτή την θέση πάνω στο κρανίο. Αλλά και γιατί έχει αυτό το σχήμα στο ρύγχος, όπως επίσης γιατί χρησιμοποιεί πρωτίστως την όσφρηση για την ανεύρεση των θηραμάτων και όχι την όραση. Ακόμα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί τα θηράματα έχουν χρώματα γύρω από το γκρίζο και γιατί τα σκυλιά ή οι άλλοι θηρευτές έχουν χρώματα που μπερδεύουν την όραση των θηραμάτων μέσα στο περιβάλλον όπου έχουν προσαρμοστεί θηρευτής και θήραμα (χρώματα παραλλαγής). Επίσης, η ικανότητα της όρασης του σκύλου, μας δίνει και το περιθώριο να καταλάβουμε πώς να χειριστούμε αυτόν το θηρευτή κατά την εκπαίδευση, ώστε να έχουμε τα καλύτερα αποτελέσματα.
ΠΩΣ ΕΞΕΛΙΧΘΗΚΕ Η ΕΓΧΡΩΜΗ ΟΡΑΣΗ

Οι αισθητικές εμπειρίες που αποκτά ένας οργανισμός  τον κάνει προσαρμοζόμενο να κατανοεί και να βλέπει το περιβάλλον του διαφορετικά.  Πουλιά και ψάρια μπορούν  να αντιληφθούν  την υπεριώδη ακτινοβολία (UV), η οποία είναι μη αντιληπτή από την ανθρώπινη όραση,  ενώ τα σκυλιά μπορούν να διακρίνουν τα χρώματα λιγότερα έντονα από ό τι ο άνθρωπος . Τα σκυλιά αντιστάθμισαν  την αδυναμία τους στην έγχρωμη όραση με την αίσθηση της όσφρησης  έχοντας την , κατ΄ επιστημονική εκτίμηση   10.000 φορές πιο ισχυρή από τη δική μας. Αντίθετα με τους ανθρώπους, τα σκυλιά ζουν σε ένα κόσμο που αναγνωρίζεται οσφρητικά. Η ικανότητα του κάθε ζωντανού οργανισμού για να δει το χρώμα έχει εξελιχθεί -κατά μια άποψη -με βάση τυχαίες μεταλλάξεις ενώ, - κατά άλλη άποψη - λόγω περιβαλλοντικών προσαρμογών.
'Όπως αναφέραμε  παραπάνω, δύο τύποι κυττάρων  (ή κυττάρων υποδοχέα) είναι υπεύθυνα για την αίσθηση της όρασης:  Ο ένας τύπος επιτρέπει την αναγνώριση του χρώματος (κώνοι).  Ο άλλος τύπος ανταποκρίνεται σε ποικίλους βαθμούς από φως και στο σκοτάδι (ράβδοι) . Τον τελευταίο καιρό, έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος στη μελέτη των γονιδίων που αποτελούν αυτά τα κύτταρα, και οι ερευνητές έχουν ανακαλύψει πολλά νέα στοιχεία σχετικά με τα γονίδια, ιδιαίτερα εκείνα που σχετίζονται με την αναγνώριση των διαφορετικών χρωμάτων.
Στο μακρινό παρελθόν, οι κοινοί πρόγονοι των πτηνών, ερπετών και ψαριών ήταν τετραχρωματικοί .  Δηλαδή, είχαν την δυνατότητα να αντιληφθούν 4 φάσματα χρώματος (Υπεριώδες, μπλε, πράσινο, και κόκκινο ).  Όλα τα θηλαστικά προέρχονται από τους ίδιους προγόνους. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της βασιλείας των δεινοσαύρων στην Μεσοζωική εποχή,  τα θηλαστικά έχασαν τα γονίδια που είναι υπεύθυνα για το πράσινο και το μπλε χρώμα, πιθανόν εξαιτίας της προσαρμογής τους στην υπόγεια και νυκτόβια ζωή.  Ως εκ τούτου, τα θηλαστικά μετατράπηκαν σε διχρωματικά, που σημαίνει ότι διατηρήθηκε η αντίληψη του Υπεριώδους και του Κόκκινου.
Τα θηλαστικά εικάζεται,  ότι εξαιτίας της απειλής από τους δεινοσαύρους εφόσον ήταν γι΄αυτούς θηράματα, για να επιβιώσουν προσαρμόστηκαν σε μικρότερα μεγέθη, υπόγεια και νυχτερινή διαβίωση, έτσι το να διατηρήσουν την τετραχρωματική όραση δεν ήταν απαραίτητο και πιθανόν να οδήγησε σταδιακά στην επικράτηση της αντίληψης των 2 μόνο χρωμάτων. Έτσι τα θηλαστικά αυτά που εξέλιξαν καλύτερα την προσαρμογή αυτή , μετατράπηκαν  σε διχρωματικά και έδωσαν απογόνους ικανότερους για το περιβάλλον που είχαν αναγκαστεί να επιβιώσουν. Έτσι επιβεβαιώνεται η  γνωστή από τον Αριστοτέλη και τον Δαρβίνο, στα νεώτερα χρόνια,   φυσική επιλογή.
Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, πώς τα έμβια όντα αποκτούν νέες λειτουργικές δυνατότητες;  Υπάρχουν δύο τρόποι για να αλλάξουν τα γονίδια, η Επανάληψη και η Μετάλλαξη  αλλαγές που συνδέονται άρρηκτα με την εξελικτική διαδικασία.
Τα νέα κύτταρα συνεχώς αναπαράγονται και αντικαθιστούν  τα παλαιά.  Τα γονίδια εντός των κυττάρων αντιγράφονται  στα νέα κύτταρα κατά την αναπαραγωγή. Η διαδικασία της αντιγραφής δεν είναι πάντα τέλεια. Αναπαραγωγικά  λάθη συμβαίνουν , 1 κάθε 1.000 εκατ.  Αυτά τα περιστατικά είναι γνωστά ως μεταλλάξεις.
Μία άλλη μορφή σφάλματος ονομάζεται "επικάλυψη", η οποία συμβαίνει όταν η αντιγραφή του ίδιου γονιδίου  απροσδόκητα γίνει περισσότερο από μία φορά. Τα γονίδια μπορεί να αναπαραχθούν  περαιτέρω μεταλλασσόμενα και να προστεθούν  νέες λειτουργικές δυνατότητες. Μόνο όταν λαμβάνονται νέες δυνατότητες προσαρμοσμένες στις περιβάλλοντα θα αναπτύσσονται οι οργανισμοί και θα εξαπλώνονται.  Διαφορετικά θα αποτύχουν να φέρουν απογόνους και εξαφανίζονται.
Με την εξαφάνιση των δεινοσαύρων περίπου πριν 65 εκατομμύρια χρόνια, οι νυχτερινοί  πρόγονοι των θηλαστικών επέστρεψαν στη δραστηριότητα της ημέρας. Περίπου πριν 30 εκατομμύρια χρόνια , τα άτομα που διέθεταν τα κατάλληλα γονίδια επέτρεψαν να αναπαραχθεί και στην συνέχεια να μεταλλαχτεί και έτσι να μπορεί να δει το μπλε και κόκκινο χρώμα. Αυτό έδωσε αφορμή για τον τύπου γονιδίου που  μπορεί να αντιληφθεί το πράσινο φως.
Τελικά, επικράτησε η αντίληψη των τριών χρωμάτων στο σύστημα όρασης (trichromat). Αυτό έδωσε ένα σοβαρό πλεονέκτημα στην διάκριση των διαφορετικών χρωμάτων που ήταν σημαντικό για τον τότε πρωτεύον και για την επιβίωση και επικράτηση του μέσα στις ζούγκλες. Σε αυτή την περίοδο ο άνθρωπος απέκτησε την ικανότητα να βλέπει τα χρώματα έτσι όπως τα αντιλαμβανόμαστε σήμερα.  Αυτή η μεταβολή έφερε στον άνθρωπο την μείωση της ευαισθησίας στην όσφρηση και την μείωση της αντίληψης των φερομόνων.  Σε αντίθεση τα σκυλιά που διατήρησαν μια σχετικά μικρότερη αντίληψη των χρωμάτων, αύξησαν την οσφρητική τους ικανότητα και στις οσμές αλλά και στις φερομόνες.
Γενικά μπορούμε να ισχυριστούμε ότι όσο αυξάνεται η οπτική οξύτητα και η ικανότητα αντίληψης των χρωμάτων τόσο μειώνεται η οσφρητική αίσθηση.