1. Η καταγωγή σκύλου-κύνα

2. Η Εξέλιξη του σκύλου-κύνα

3. Επανεξέταση της Καταγωγής του σκύλου

4. Βίοι Παράλληλοι

1. Οι περιπέτειες της λέξης Μολοσσός

2. Η εξέλιξη των Βραχυκεφάλων

1. Σχέση ανθρώπου-ζώων

2. Σκύλος-κύνας και ανθρώπινη κοινωνία

3. Η κυνοφιλία στην Ευρώπη

1. Η όραση του σκύλου

2. Η Ακοή του σκύλου

3. Η Οσμή του σκύλου

4. Ρύγχος - εγκέφαλος - Θερμορύθμιση

5. Παλαιονευρολογικη μελέτη του εγκεφάλου των Canidae

 

Λογότυποσ κυνοπαιδεία
English
Αρχική σελίδα
Επιστροφή στα άρθρα
Έρευνα μελέτες
copyright 2006-Cynopedia.com
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Dr. Pashaud

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΕΞΗΜΕΡΩΣΗΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΚΥΝΟΛΟΓΙΑ

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΧΡΩΜΑ ΣΤΑ ΖΩΑ

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ "ΚΑΘΑΡΟΑΙΜΙΑ"

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Η επανεξέταση της καταγωγής του σκύλου
από την Janice Koler-Matznick
Μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές εργασίες- διατριβές, όσον αφορά το θέμα που επεξεργάζεται. Θέτει το πρόβλημα, επεξεργάζεται τις πηγές καταλήγει σε συμπέρασμα και δεν ασχολείται με θέματα διοικητικής διαχείρισης  φυλών. Το θέμα της είναι ο κύνας-σκύλος.. Δεν είναι εύκολο κείμενο αλλά αυτή είναι η φύση μιας επιστημονικής διατριβής. Η μετάφραση ενός κειμένου σαν αυτό πρέπει να αποδίδει την άποψη της συντάκτριας, με μόνη παρέμβαση την επεξήγηση βιολογικών και ανατομικών όρων, που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο κείμενο, αλλά ταυτόχρονα να την κάνει κατανοητή στον απλό αναγνώστη. Αυτός είναι και ο λόγος που τόνισα ορισμένα σημεία Η κατανόηση αυτής της εργασίας απαιτεί αρκετό χρόνο αλλά το αξίζει. Καλή ανάγνωση-μελέτη.
                                                                                                Περικλής Κοσμόπουλος
Η πιο ευρέως αποδεκτή υπόθεση για την καταγωγή του σκύλου, Canis familiaris, είναι ότι o σκύλος είναι ένας εξημερωμένος γκρίζος λύκος, Canis lupus. Η μελέτη αυτή επανεξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία για αυτό το συμπέρασμα, βρίσκει πολλά αναπάντητα ερωτήματα και εννοιολογικές διαφορές στην υπόθεση της καταγωγής του σκύλου από τον λύκο και διερευνά την εναλλακτική υπόθεση ότι ο πιο πιθανός πρόγονος του κατοικίδιου-σκύλου ήταν ένα μεσαίου μεγέθους θηλαστικό, γνωστό ως κυνίδης.
Εισαγωγή
Σήμερα υπάρχει μια γενική αποδοχή το ότι ο μοναδικός πρόγονος του κατοικίδιου σκύλου (Canis familiaris) είναι ο γκρίζος λύκος (Canis lupus)                        (Coppinger Smith & 1983, Clutton Brock-1984, 1995, Olsen 1985, Wayne 1986, Tchernov & Horowitz 1991, Morey 1992, Wilson και Reeder 1993, Cohn 1997, Et al.1997 Vila, Budiansky 1999, Crockford 2000, Coppinger Coppinger & 2001). Ωστόσο, υπάρχει τουλάχιστον άλλη μία υπόθεση, εξίσου ανταγωνιστική, που όμως δεν της έχει δοθεί επαρκής αξιολόγηση στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία.
Οι εναλλακτικές λύσεις για την προέλευση του σκύλου είναι:
1) η καταγωγή από το χρυσό τσακάλι (Canis aureus) (Lorenz 1954),
2) η καταγωγή από υβρίδια άγριων σαρκοφάγων (Darwin 1875, Clutton-Brock 1977, Brisbin 1997)
3) η καταγωγή από άγριους κυνίδες, πλην του τσακαλιού και του λύκου. (Epstein 1971, Zeuner 1963, Fox 1973, Manwell & Baker 1983).
Η υπόθεση ότι ο πρόγονος του κατοικίδιου σκύλου (στο εξής ΚΣ) είναι το τσακάλι, μπορεί να απορριφθεί λόγω της μεγάλης γενετικής απόστασης που χωρίζει τα δύο είδη (Wayne & O'Brien, 1987, Wayne 1991).
Αν και μία υβριδική προέλευση (π.χ., Canis simensis ή Cuon alpinus με μικρά υποείδη του λύκου), όπως προτείνεται από αρκετούς συγγραφείς, για να καλυφθεί η αιφνίδια αλλαγή από τον λύκο σε μορφολογία πρωτόγονου σκύλο, δεν μπορεί να αποκλειστεί, επί του παρόντος δεν υπάρχουν άμεσες αποδείξεις που να υποστηρίζουν αυτήν την υπόθεση. Στη μελέτη αυτή εξετάζονται δεδομένα που αφορούν συμπεριφορά, μορφολογία και μοριακές δομές, σε σχέση με τις ανταγωνιστικές υποθέσεις της προέλευσης των άγριων σκύλων και λύκων, ζώων κυνοειδούς προέλευσης.
Συμπεριφορά
Πολλοί υποθέτουν ότι ο λύκος ήταν προ-προσαρμοσμένο ζώο για εξημέρωση, καθώς είναι ένα αγελαίο σαρκοφάγο. Η αγελαία κοινωνική δομή διευκολύνει την εξημέρωση, διότι οι άνθρωποι την αντιλαμβάνονται και την διαχειρίζονται  μέσω της κοινωνικής κυριαρχίας (Clutton-Brock 1981, 1994, 1995, Olsen 1985, Hemmer1990).
Ωστόσο, η συμπεριφορά του λύκου έχει σημαντικές διαφορές από τη συμπεριφορά των οικόσιτων μη αρπακτικών ειδών. Σε αντίθεση με τα περισσότερα αγελαία αρπακτικά και μη, οι λύκοι είναι σε θέση να επιβιώσουν ως ανεξάρτητα άτομα της ομάδας και εντός της αγέλης έχουν διαφορετικούς ρόλους (Mech 1970, Sullivan 1978). Με προσεκτικό χειρισμό και την χρήση σύγχρονων μεθόδων, οι λύκοι μπορούν να τιθασευτούν (Crisler 1958, Klinghammer & Goodman 1985), αλλά όχι να εκπαιδευτούν ώστε να ακολουθούν αξιόπιστα εντολές. Παρόλο που σέβονται τα όρια μεταξύ ατομικής συμπεριφοράς, οι λύκοι αντιστέκονται στην διαχείριση  των δραστηριοτήτων τους από τον άνθρωπο και στην κατευθυνόμενη εκπαίδευση (Frank & Frank 1983, Klinghammer & Goodman 1985, Coppinger & Coppinger 2001). Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν παραστάσεις με λύκους στα τσίρκο. Σε μία σταθερή αγέλη λύκων, συνήθως μόνο το κυρίαρχο ζευγάρι αναπαράγει. Και αυτό διότι οι λύκοι έχουν μία βιολογική επιτακτική ανάγκη να ανέβουν στην ιεραρχία (Mech 1970), καθιστώντας τους σεξουαλικά ώριμους λύκους σε αιχμαλωσία ιδιαίτερα επικίνδυνους (Fox 1971, Klinghammer & Goodman 1985).
Η κοινωνική οργάνωση όμως δεν είναι μια πάγια προϋπόθεση για την εξημέρωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναφορά του Hamilton-Smith (1839) ότι στην Νότια Αμερική ιθαγενείς εξημέρωναν αλεπούδες, Dusicyon culpaeus, που εκτρέφανε σε αιχμαλωσία και χρησιμοποιούσαν σαν βοηθούς στο κυνήγι. Αυτό αποδεικνύει ότι η εξημέρωση ενός μη αγελαίου κυνίδη είναι δυνατή. Κυρίως όμως πολύ σημαντική απόδειξη είναι η μη αγελαία οικόσιτη σαρκοφάγα γάτα, Felis sylvestris, που προσαρμόζεται και ζει σε ομάδα-αγέλη, μαζί με τον άνθρωπο (Clutton-Μπροκ 1981), ενώ η γάτα είναι μη αγελαίο ζώο.
***Σημείωση: η μόνη γάτα (Feline) που σχηματίζει μικρές αγέλες είναι PantheraLeon (λιοντάρι) Από την αρχαία Ελληνική λέξη πανθηρευτής και το αρχαίο Ελληνικό λέων από το ρήμα λύω-λέω που σημαίνει διαλύω σε πολλά μέρη.
Η διαφοροποίηση τώρα της συμπεριφοράς του κατοικίδιου σκύλου (ΚΣ) από αυτήν που έχει ο λύκος, σαν μέλος της αγέλης, μερικές φορές μπορεί να είναι ίδια με τη συμπεριφορά των νεαρών λύκων, πριν την ένταξή τους στην αγέλη (Coppinger και Schneider 1995).
Ωστόσο και πολλά ΚΣ ζουν σε ομάδες, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανταπόκριση στην λανθάνουσα συμπεριφορά του πρωτόγονου σκύλου όταν σχηματίζει ομάδα, πράγμα όμως που είναι μεταβλητό (Scott & Fuller 1965, Corbett 1995, Koler-Matznick, Brisbin & Feinstein 2001).
Ο μεταβλητός κοινωνικός συντονισμός και η απουσία ιεραρχικής διαστρωμάτωσης σε πολλές αγέλες του ΚΣ μπορεί επίσης να οφείλεται σε φυσική ή τεχνητή επιλογή από μία πρωτόγονη συμπεριφορά ενός μη αγελαίου προγόνου, ή στην επιλεκτική σύνθεση μιας μεταβλητής προγονικής - κοινωνικής πολυπλοκότητας.
Το μονογαμικό ζευγάρι στην κοινωνική δομή και την προσωρινή οικογένεια είναι το πιο συχνό φαινόμενο στα σαρκοφάγα (Kleiman 1967, Ewer 1973, Kleiman & Brady 1978). Ως εκ τούτου, η έλλειψη μακροπρόθεσμων ιεραρχικών σχηματισμών αγέλης του ΚΣ είναι αυτό που θα αναμενόταν εάν ο πρόγονός του δεν ήταν ο λύκος, αλλά μάλλον ένας τυπικός κυνίδης.
Η δήλωση «Ο άνθρωπος εξημέρωσε τον λύκο», υπονοώντας ανθρώπινη δυναμική προσπάθεια, εμφανίζεται στις περισσότερες υποθέσεις για την προέλευση του ΚΣ. Οι Vila et al. (1997) καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο ΚΣ μπορεί να προέρχεται από εξημερωμένους λύκους 135.000 χρόνια πριν, όταν ο Homo sapiens ήταν ένα νεαρό είδος (Wolpoff Caspari & 1996). Η υπόθεση αυτή έχει εννοιολογικά κενά. Η ερώτηση πως οι άνθρωποι δημιούργησαν εξημερωμένο λύκο 15.000 χρόνια πριν, από εκτίμηση απολιθωμάτων για τον ΚΣ (Clutton Brock-1995) και 135.000 χρόνια πριν, από την μελέτη του μιτοχονδριακού DNA για την διαχωρισμό ΚΣ / λύκου (Vila et al. 1997), πολύ σπάνια απαντάται.
Επιπλέον, οι λόγοι για την εξημέρωση των λύκων πρέπει να αναλυθούν στο πλαίσιο της ανθρώπινης πολιτιστικής εξέλιξης. Η εξημέρωση ενός τέτοιου ζώου υποτίθεται ότι έγινε για να βοηθήσει στο κυνήγι ή για να λειτουργεί ως φύλακας (π.χ., Clutton-Brock 1977, 1995, Olsen 1985, Wayne1986, Cohn 1997). Δηλαδή οι λύκοι, κυνηγοί μεγάλων θηραμάτων, έπρεπε να προσαρμόσουν το κυνήγι τους για να κυνηγούν μαζί με τον άνθρωπο ως εταίροι (Olsen 1985, Clutton Brock-1999). Ο χρόνος διαφοροποίησης ΚΣ και λύκων εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 76.799 με 135.000 χρόνια από την αρχή του σημερινού τρόπου μέτρησης του χρόνου, με την μέθοδο του μιτοχονδριακού DNA ((Okumura  et al, 1996, Vila et al.1997). Εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι είχαν μόνο ρόπαλα, τσεκούρια, μαχαίρια και λόγχες (Gowlett 1993).
Με αυτά τα εργαλεία, η μυστικότητα και η ενέδρα ήταν οι κύριες μέθοδοι για την εξασφάλιση μεγάλων θηραμάτων. Σε αντίθεση οι λύκοι δεν χρησιμοποιούν αυτές τις μεθόδους αφού ενστικτωδώς κυνηγούν τα θηράματα για μεγάλες αποστάσεις, ώστε να τα εξαντλήσουν και να τα καταβάλλουν. Θα ήταν λοιπόν εξαιρετικά δύσκολο οι δύο διαφορετικές μέθοδοι κυνηγιού να είναι προϋπόθεση για μία αξιόπιστη συμπεριφορά συνεργασίας (Fox 1973, Frank & Frank 1983, 1987). Το κυνήγι μεγάλων θηραμάτων, με τον τρόπο που κάνει ο λύκος, θα έπρεπε να μετατραπεί σε κυνήγι-παιχνίδι που κάνουν σήμερα τα κυνηγόσκυλα, πράγμα ουσιαστικά αδύνατο. Οι λύκοι επίσης έχουν ιδιαίτερα κτητική συμπεριφορά, όσον αφορά την τροφή τους (Klinghammer & Goodman 1985, Goodman & Klinghammer 1990, Koler-Matznick προσωπική παρατήρηση). Αν οι πεινασμένοι «εξημερωμένοι» λύκοι έπιαναν ένα θήραμα, οι άνθρωποι θα έπρεπε να πολεμήσουν για να τους το πάρουν.
Ένα σύγχρονο παράδειγμα εξημερωμένων αγρίων κυνίδων είναι τα dingoes που χρησιμοποιούνται για ενίσχυση στο κυνήγι (Χέιντεν 1975). Οι Αβοριγίνες ιθαγενείς χρησιμοποιούν τα dingoes για τον εντοπισμό μικρών θηραμάτων στο έδαφος ή τα δέντρα, αλλά όχι στο κυνήγι των καγκουρό, επειδή τα dingoes κυνηγούν τα καγκουρό μακριά από τον άνθρωπο για ιδία χρήση (Meggitt 1965). Συνεπώς αν ο άνθρωπος ήθελε ένα εξημερωμένο άγριο ζώο που να του παραδίδει τα θηράματα (κυνήγι - παιχνίδι) γιατί να χρησιμοποιήσει εξημερωμένους λύκους που δεν έχουν αυτήν την συμπεριφορά.
Οι άνθρωποι θα μπορούσαν πιο εύκολα να γίνουν κλεπτοπαρασιτικοί στα θηράματα μικρών και μεσαίων πρωτόγονων σκύλων –κυνίδες που κυνηγούσαν ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. Π.χ. τα Ινδικά παρίες (ζητιάνοι) σκυλιά κυνηγούν ελάφια περιστασιακά. Οι άνθρωποι ενθαρρύνουν αυτό το κυνήγι. Τα σκυλιά - ζητιάνοι (11 - 16 κιλά) συνήθως κυνηγούν κοντά σε χωριά, έτσι ώστε το θήραμά τους είναι εύκολο να κατασχεθεί (Fox 1984, Corbet & Hill 1992). Επίσης εύκολο να κατασχεθούν είναι τα μικρά θηράματα που κουβαλούν τα θηλυκά ζητιάνοι- σκυλιά για τα κουτάβια τους (Bulmer 1976). Ακόμη έχει παρατηρηθεί και στην σύγχρονη εποχή οι χωρικοί στην Ινδία να ακολουθούν αγέλες των Ινδικών dhole - Cuon alpinus (10 - 20kg), για να οικειοποιηθούν τα θηράματά τους (Stewart 1993). Η κατάσχεση της λείας από λύκους είναι ασυγκρίτως πιο επικίνδυνη.

***Σημείωση: τα Ινδικά dhole είναι τα αγριόσκυλα της Ινδίας, συγγενικό είδος με τα αγριόσκυλα της Αφρικής (LycaonPictus). Η λέξη Λυκάων αφορά πρόσωπο της Ελληνικής Μυθολογίας, την κόρη του οποίου Καλλιστώ ο Δίας μεταμόρφωνε σε αρκούδα .

Η υπόθεση ότι εξημερωμένοι λύκοι θα ήταν αποτελεσματικοί φύλακες δεν υποστηρίζεται από καμία μελέτη συμπεριφοράς. Όλα οι άγριοι κυνίδες, συμπεριλαμβανομένων  Dingoes καιNewGuineaSingingDog είναι κακοί φύλακες (Manwell & Baker 1984, Koler-Matznick προσωπική παρατήρηση). Δεν θα υπερασπιστούν ακόμα και τους δικούς τους απογόνους όταν απειλείται η προσωπική τους επιβίωση. Συμπεριφορά προειδοποίησης για κίνδυνο του ανθρώπου στην περιοχή γίνεται εξίσου καλά με μικρότερους κυνίδες, όπως τα αυτόχθονα σκυλιά της Ωκεανίας (Coe 1994) και NGSDs (KolerMatznick προσωπική παρατήρηση).
Οι σύγχρονη γνώση της έμφυτης συμπεριφοράς του λύκου δείχνει ότι οι πρώτοι άνθρωποι ήταν θηράματά του. Στη σύγχρονη Ινδία, οι λύκοι λυμαίνονται παιδιά των ανθρώπων (Mech 1996, Kumar 2001). Πριν από την ανάπτυξη μεγάλου βεληνεκούς όπλων (πυροβόλα όπλα) και την οργάνωση της γεωργικής ζωής με συνέπεια την καταδίωξή τους, οι λύκοι ήταν πιο τολμηροί. Ένας συνεργάτης που δεν θα φοβόταν τον άνθρωπο θα μπορούσε να τον τραυματίσει κατά την διεκδίκηση της τροφής (Mech 1998). Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμη και σήμερα υπάρχει μία έμφυτη φοβία του ανθρώπου για τον λύκο. Ωστόσο, πριν από την εξημέρωση των ζωικού κεφαλαίου, η παρουσία  μη απειλητικών  μεγέθους τσακαλιού κυνίδων θα μπορούσε με ασφάλεια να είναι ανεκτή. Αν ο πρόγονος του ΚΣ ήταν ένας μικρός κυνίδης, που  συναντάται ακόμη και σήμερα σε αστικά περιβάλλοντα γύρω από χώρους απορριμμάτων, θα μπορούσε και τότε να γίνει αποδεκτός γύρω από οικισμούς ως” οδοκαθαριστής”.
Οι λύκοι απαιτούν σημαντικές ποσότητες τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες και έχουν μεγάλη περίοδο εφηβείας, μέχρι δύο έτη, κατά την οποία θα πρέπει να υποστηριχθούν διατροφικά, ενώ μαθαίνουν να κυνηγούν μεγάλα θηράματα ως αγέλη (Crisler 1958, Mech 1970). Οι μικρότεροι και πιο προσιτοί ( κυνίδες, όπως τα dingoes, ανεξαρτοποιούνται πριν από το πρώτο έτος (Ginsberg & Macdonald 1990). Τα dingoes που συμβιούν με τις ομάδες των Αβοριγίνων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών τρέφονται με υπολείμματα, η αλλιώς φροντίζουν τον εαυτό τους με κυνήγι μικρών θηραμάτων γύρω από ανθρώπινους οικισμούς. Ο Meggitt (1965) σημειώνει ότι τα εξημερωμένα dingoes διακρίνονται από τα άγρια άτομα λόγω της κακής κατάστασης της μορφολογίας τους. Οι λύκοι υπό παρόμοιες συνθήκες θα απαιτούσαν πιο θρεπτική διακύβευση. Ακόμα κι αν τελικά μπορούσε να εκπαιδεύσει τους λύκους να κυνηγούν μεγάλα θηράματα σύμφωνα με τις ανθρώπινες τεχνικές, είναι απίθανο ότι ο προϊστορικός άνθρωπος θα μπορούσε να παρέχει σημαντικό ποσό φροντίδα και λήψης τροφής που απαιτούνται για να υποστηρίξουν τους λύκους μέχρι την ωρίμανση.
Η πρώτη συμβίωση πρωτόγονων ΚΣ και ανθρώπου ήταν χωρίς αμφιβολία σε εθελοντική βάση. Μεμονωμένα «εξημερωμένα» ΚΣ διατηρούνταν στο φυσικό περιβάλλον του είδους και δεν περιοριζότανε μετά την ενηλικίωση να ενταχθούν σε αγέλες αγρίων ατόμων του ίδιου είδους. Κατά την πρόωρη Ολόκαινο εποχή οι άνθρωποι δεν είχαν τα μέσα να κρατήσουν τα άγρια σαρκοφάγα περιορισμένα. Πολλοί συγγραφείς απαντούν στο ερώτημα "Γιατί οι λύκοι επέλεγαν την συμβίωση" με την υπόθεση ότι οι λύκοι προσελκύονταν από την ασφάλεια της ανθρώπινης εγκατάστασης (π.χ., Coppinger & Smith, 1983, Tchernov & Horowitz, 1991, Budiansky 1999, Crockford 2000, Coppinger Coppinger & 2001). Αυτή η υπόθεση δεν είναι πειστική, ειδικά για πριν από το 12.000, ημερομηνία που συνήθως προτείνεται για ίδρυση μόνιμων οικισμών του ανθρώπου. Ανάλογα με την περιοχή, την εποχή και το μέγεθος της ομάδας, οι νομάδες τροφοσυλλέκτες χρησιμοποιούσαν σχεδόν όλα τα θρεπτικά στοιχεία από κάθε σφάγιο (Blumenschine & Marean 1993, Jones 1993, Oliver 1993), έτσι ώστε στους οικισμούς να απομένουν ελάχιστα θρεπτικά στοιχεία για να δοθούν στους «εξημερωμένους» λύκους (Brain 1967, Davis 1987, Jones 1993). Έτσι οι «εξημερωμένοι» λύκοι, που λειτουργούσαν ως ευκαιριακοί οδοκαθαριστές, όπως υποθέτουν (Brisbin 1977  Boitani 1983), δεν θα είχαν αρκετά θρεπτικά συστατικά διαθέσιμα στους οικισμούς για την υποστήριξη πληθυσμού λύκων αναπαραγωγής, δηλαδή της βασικής διαδικασίας για εξημέρωση. Δεδομένης της έλλειψης επαρκών θρεπτικών υπολειμμάτων, θα ήταν ιδιαίτερα ασυνήθιστο για ένα μεγάλο αρπακτικό ζώο να μην αλλάξει συμπεριφορά και να αρνηθεί να είναι οδοκαθαριστής. Δεν μπορεί να υπάρξει τέτοια σχέση.
Η αποτυχία της έρευνας για τις πρωτόγονες φυλές κυνίδων οφείλεται κυρίως στην αντίληψη με την οποία εξετάζουμε τις σημερινές φυλές σκύλων.
Ο λύκος, το μεγαλύτερο από τους κυνίδες, γίνεται αναπαραγωγικός σε ηλικία δύο ετών, με ετήσιο αναπαραγωγικό κύκλο (Ginsberg & Macdonald 1990). Οι περισσότεροι σύγχρονοι ΚΣ γίνονται σεξουαλικά ώριμοι πριν από το πρώτο έτος της ηλικίας τους και με μέσο όρο δύο κύκλους αναπαραγωγής ετησίως. Η θεωρία από τον λύκο στον σκύλο υποθέτει, ότι οι «ευκαιριακοί οδοκαθαριστές» απέκτησαν σεξουαλική ωριμότητα στο πρώτο έτος, ότι η γονιμότητά τους αυξήθηκε σε διπλό κύκλο αναπαραγωγής ανά έτος και μίκρυναν σε μέγεθος σχεδόν αυτόματα, δεν λαμβάνει υπόψη την προσαρμογή στο  περιβάλλον (Clutton Brock-1995, Coppinger Coppinger & 2001), ενώ ακόμη και οι σημερινοί άγριοι ζητιάνοι-κυνίδες. και οι πρωτόγονες φυλές σκύλων έχουν ετήσιους αναπαραγωγικούς κύκλους προσαρμοζόμενοι προς το περιβάλλον (Coe 1994, Corbett 1995, Pal, Gosh & Roy 1998, Koler-Matznick, Brisbin & MacIntyre 2000), όπως οι παρόμοιου μεγέθους άγριοι κυνίδες, αν και έχουν πρώτο οίστρο σε ηλικία περίπου ενός έτους (Ginsberg & Macdonald 1990).
Το εξειδικευμένο είδος λύκος δεν είναι λοιπόν ο πιθανός υποψήφιος που μέσα από την ευελιξία της συμπεριφοράς που απαιτείται για την προσαρμογή, θα μετατραπεί σε εξειδικευμένο ζητιάνο. Αρκετά άγρια ζώα έχουν προσαρμοστεί σε ανθρωποκεντρικό περιβάλλον των πόλεων: π.χ. ρακούν (Procyon lotor), Opossum (Didelphis virginianus), Αρουραίος (Rattus norvegicus, Rattus rattus) και το κοινό ποντίκι (Mus domesticus, Mus musculus). Δεν έχει αναφερθεί ποτέ ότι οι λύκοι εθελοντικά σιτίζονται κοντά σε πόλεις, σε αντίθεση με άλλους κυνίδες, συμπεριλαμβανομένων των κογιότ και της κόκκινης αλεπούς (Vulpes vulpes) που αναπαράγονται ακόμη και σε κέντρα πόλεων (Gier 1975, Kleiman & Brady 1978), καθώς και με τα χρυσά τσακάλια που τριγυρίζουν τους ανθρώπινους οικισμούς με αποτέλεσμα να γίνονται ενοχλητικά και να κυνηγιούνται έτσι ώστε να έχουν μετατραπεί σε είδος υπό εξαφάνιση (Harrison & Bates 1991).
Μορφολογία
Οι πρωτόγονοι σκύλοι έχουν μία σχεδόν τυπική εμφάνιση κυνίδη. Η διαφορά χαρακτήρα λύκου και σκύλου αποδίδεται γενικά σε τεχνητή επιλογή, αλλά αυτές οι αναλύσεις συνήθως βασίζονται στην υπόθεση ότι τα σκυλιά κατάγονται από τους λύκους. Οι περισσότεροι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι, σε σύγκριση με τους λύκους, οι ενήλικες ΚΣ έχουν μειωμένη σχετικά φωνητική επικοινωνία, υπερυψωμένο μετωπιαίο οστό, ευρύτερο ουρανίσκο, μεγαλύτερο κρανίο, και μικρότερα δόντια (Hildebrand1954, CluttonBrock, Corbet & Hills 1976 , Olsen 1985, Wayne 1986, Hemmer 1990, Morey 1990).
Άλλοι επισημαίνουν ότι αυτά τα χαρακτηριστικά ποικίλουν, μεταξύ μεγάλης ομοιότητας και διαφοροποίησης ανάμεσα στα δύο είδη (Crockford 1999, Harrison 1973). Επειδή τα κουτάβια των λύκων έχουν παρόμοιες αναλογίες στο κρανίο σε σχέση με αυτές των ΚΣ (Wayne 1986), αυτό το θεωρούν ως ένδειξη ότι τα ΚΣ είναι μια εξέλιξη των λύκων που οφείλεται σε συνειδητή ή ασυνείδητη τεχνητή επιλογή για την εξελικτική-νέα εμφάνιση, ή σε ένα πολυσύνθετο αποτέλεσμα της επιλογής για εξελικτική διαδικασία (Clutton-Brock 1977, Belyaev 1979, Wayne 1986, Coppinger και Schneider 1995). Η μείωση του μεγέθους του σώματος από τον λύκο σε πρωτόγονο ΚΣ αποδίδεται στην εξειδικευμένη βάση επιλογής (π.χ. Olsen 1985, Morey 1992, Coppinger & Coppinger 2001).
 Σχήμα 1. Ένα νεαρό αρσενικό σκυλί της Νέας Γουϊνέας γνωστό ως τραγουδιστής σκύλος από τον πληθυσμό που έχει μεταφερθεί στην Βόρεια Αμερική και που παρουσιάζει τυπική πρωτόγονη μορφολογία.
(Βαγγέλη, εδώ μπαίνει η φωτογρ. Που υπάρχει στο Αγγλικό κείμενο.)

Για παράδειγμα, ο Morey (1992:199) αναφέρει: «Τα αποτελέσματα [από τη σύγκριση της μορφολογίας των πρωτόγονων ΚΣ που προήλθαν από την μορφολογική αλλαγή του λύκου κατά τη διάρκεια της εξέλιξης] … είναι σύμφωνα με την υπόθεση ότι οι πρωτόγονοι ΚΣ είναι εξελικτικά προϊόντα της ισχυρής επιλογής, που είχε σαν συνέπεια την μείωση του μεγέθους του σώματος, την μετατροπή του ετήσιου αναπαραγωγικού κύκλου και που σχετίζεται άμεσα με την νέα κατάσταση προσαρμογής του νέου τρόπου ζωής ως κατοικίδιου.
Ο Wayne (1986), στη μελέτη του (Canislatrans, Canisaureus, Canisadustus, Canismesomelas, Cuonalpinus, LycaonPictus) συγκρίνοντας την μορφολογία του κρανίου των ΚΣ με άγρια είδη κυνίδων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μορφολογία του κρανίου του ΚΣ είναι πιο κοντά στους άλλους κυνίδες από ότι στον λύκο,. Όπως και άλλοι συγγραφείς (π.χ., Stockhaus 1965) που παραδέχονται την ίδια άποψη, o Wayne (1986),όμως σε άλλο σημείο της μελέτης του, συμπεραίνει από τα δικά του δείγματα ότι δεν υπάρχει σημαντική μείωση του ρύγχους σε σύγκριση με τους λύκους.
Η αναφορά προηγουμένων μελετών περί μείωσης του μήκους του ρύγχους του ΚΣ, θεωρεί ως υπόθεση ότι είναι δευτερογενές αποτέλεσμα της αιχμαλωσίας ή της εξημέρωσης (Stockhaus 1965, Olsen 1985, Clutton Brock-1984). Μια υπόθεση όμως που είναι υπό αμφισβήτηση.
Π.χ. οι Endo et al. (1997), συγκρίνοντας τον Ιαπωνικό λύκο (Canis hodophilax), ο οποίος έχει χαμηλωμένο μετωπιαίο οστό, με τον σκύλο Ακίτα, που έχει υπερυψωμένο, υποθέτει ότι οι διαφορετικού σχήματος κοιλότητες των ιγμορείων (αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της διαφοράς) έχουν σαν αποτέλεσμα επίδραση στην αναπνευστική λειτουργία.
Ο Dahr (1942) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σχήμα της κοιλότητας του κρανίου που φιλοξενεί τον εγκέφαλο  στην περίπτωση του ΚΣ είναι πιο κοντά στο κογιότ από ότι στον λύκο, ενώ από πλευράς μεγέθους είναι μεταξύ τσακαλιού και λύκου.
Οι Manwell και Baker (1983) επανεξετάζοντας τις διαπιστώσεις του Dahr προχωρούν και σε δεδομένα που αφορούν το οδοντικό σύστημα του ΚΣ, του λύκου, του τσακαλιού και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα δεδομένα του οδοντικού συστήματος του ΚΣ προσεγγίζουν τις παραμέτρους του άγριου κυνίδη, ο οποίος έχει μέγεθος σώματος μικρότερο από οποιοσδήποτε υποείδος λύκου. Το μέγεθος του προγόνου του ΚΣ υποθέτουν ότι ήταν πιθανότατα μεταξύ των 13,6 έως 20,5 κιλών. Αυτό είναι σχετικά το μέγεθος των dingoes και σημαντικά μικρότερο από τα 27 έως 54 κιλά, που έχουν τα είδη λύκων (Mech 1970).
Η οδοντοστοιχία του ΚΣ είναι σχετικά λιγότερο ισχυρή από αυτήν του λύκου (Olsen 1985, Hemmer 1990). Αυτό σημειώνουν ότι οφείλεται στη χαλάρωση της φυσικής επιλογής όταν οι λύκοι έγιναν, συμβιούντες με τον άνθρωπο οδοκαθαριστές ή στην τεχνητή επιλογή (Olsen 1985, Clutton Brock-1995). Οι Kieser και Groeneveld (1992) συγκρίνουν με μετρήσεις τα δόντια της κάτω σιαγόνας με τα αντίστοιχα του τσακαλιού (Canis adustus, C. mesomelas) και αυτά της Cape αλεπούς (Vulpes Chama) με ισοδύναμα μεγέθους ΚΣ. Διαπιστώσανε ότι οι κυνόδοντες των παραπάνω ζώων είναι ελαφρώς μικρότεροι, ενώ αντίθετα ο δεύτερος γομφίος είναι μεγαλύτερος σε σύγκριση με αυτούς του ΚΣ. Δηλαδή, οι αναλογίες δεν είναι ίδιες σε όλα τα είδη. Καταλήγουν δε στο συμπέρασμα: «... τα δόντια των κυνίδων φαίνεται να έχουν εξελιχθεί σε συνεργασία μεταξύ τους και σχετικά ανεξάρτητα από τις διαφορές στον διμορφισμό, το μέγεθος ή λειτουργικές απαιτήσεις » (ibid, p. 423) Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε τίθεται σε αμφισβήτηση η υπόθεση ότι τα δόντια του σκύλου είναι σχετικά μικρά λόγω πρόσφατης εξέλιξης, γεγονός που υποδηλώνει την πιθανότητα ενός plesiomorphic φαινομένου ότι η οδοντοφυΐα του ΚΣ προέρχεται από πρόγονο μικρότερο από το λύκο. Και σίγουρα δεν οφείλεται σε paedomorphism.
***Σημείωση: plesiomorphic (πλαισιομορφία), όρος της βιολογίας που χρησιμοποιείται κυρίως όταν κάποιος κλάδος του φυλογεννετικού δένδρου παρουσιάσει μια ιδιομορφία, η οποία όμως δεν χαρακτηρίζει το είδος. Π.χ. στην σημερινή εποχή κάποιοι χοίροι εμφανίζουν περισσότερους σπονδύλους στην σπονδυλική στήλη από ότι το είδος.
***Σημείωση: paedomorphism (παιδομορφισμός-παιδισμός), δυσπλασία, που χαρακτηρίζεται από τη διατήρηση στα ενήλικα άτομα φυσικών και ψυχικών χαρακτηριστικών της παιδικής ηλικίας. Τη σωματική αυτήν ανωμαλία ακολουθεί συνήθως η ελλιπής ψυχική ανάπτυξη και η διανοητική καθυστέρηση. Επίσης, ο παιδισμός σχεδόν πάντοτε συνυπάρχει με υποτυπώδη ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων και έλλειψη των δευτερογενών χαρακτηριστικών.
Οι δύο κυριότερες διαφορές είναι στην κάτω γνάθο. Η coronoid apex του σκυλιού έχει στην κορυφή της μια απόκρυφη καμπύλη, που δεν υπάρχει σε λύκους, εκτός από ορισμένα άτομα του C. l. chanco και C. l. pallipes (Olsen 1985; Hemmer 1990). Η παρουσία αυτού του χαρακτηριστικού στο C. l. chanco αναφέρεται από τον Olsen (1985) ως αποδεικτικό στοιχείο ότι ο σκύλος μπορεί να κατάγεται από αυτό το υποείδος. Ούτε όμως ο Olsen (1985), ούτε ο Hemmer (1990) αναφέρουν ως πιθανή αιτία εξέλιξης από τον λύκο στον σκύλο αυτό το χαρακτηριστικό. Το νότιο κοιλιακό άκρο (ramus) στο οριζόντιο τμήμα της κάτω γνάθου έχει μία κυρτή καμπυλωτή προεξοχή που δεν υπάρχει στο λύκο (Olsen 1985, Clutton Brock-1995). Καμία συζήτηση της πιθανής σημασίας αυτής της διαφοράς στην κάτω γνάθο του σκύλου δεν βρέθηκε στη βιβλιογραφία τους. Ωστόσο, ο Biknevicius και ο Van Valkenburgh (1997) σημειώνουν ότι η προεξοχή στο οριζόντιο τμήμα της κάτω γνάθου στο νότιο κοιλιακό τμήμα των οστών των αρπακτικών είναι παχύτερη. Ίσως αυτή η πάχυνση ήταν μια λειτουργική προσαρμογή του πρόγονου σκύλου.

***Σημείωση coronoidapex-κορωνοειδής απόφυση είναι το ανώτερο τμήμα της κάτω γνάθου που ενώνεται με την άνω γνάθο.

Οι τυμπανικές κοιλότητες του ΚΣ είναι σχετικά μικρότερες και πιο επίπεδες από εκείνες των λύκων (Harrison 1973, Clutton-Brock, Corbet & Hill 1976, Nowak 1979; Olsen 1985; Wayne 1986), μια διαφορά που αποδίδεται σε χαλαρή επιλογή κατά την εξημέρωση. Προφανώς, η τυμπανική κοιλότητα έγινε μικρότερη, επειδή οι ΚΣ δεν χρειάζονται την οξεία ακοή του λύκου. Οι κοιλότητες αυτές λειτουργούν ως αεροθάλαμοι πίσω από την τυμπανική μεμβράνη, όπου γίνεται η απόσβεση των ηχητικών κυμάτων στην αλυσίδα των ακουστικών οσταρίων. Σύμφωνα με τον Ewer (1973), το σχήμα των κοιλοτήτων αυτών επιτρέπει να αυξηθεί το φαινόμενο του συντονισμού και η ευαισθησία σε συγκεκριμένες συχνότητες. Διαφορετικά κατασκευασμένες τυμπανικές κοιλότητες είναι ευαίσθητες σε διαφορετικές συχνότητες, αλλά το σχήμα και το μέγεθος δεν μπορεί να συσχετιστεί με τη γενική οξύτητα ακοής. Πηγές διαφοροποίησης ακουστικής δεινότητας μεταξύ των άγριων κυνίδων και του ΚΣ δεν εντοπίστηκαν στην βιβλιογραφία. Τα σαρκοφάγα με πολύ μεγεθυμένες τυμπανικές κοιλότητες είναι αρπακτικά που πρέπει να ακούν υψηλής συχνότητας ήχους, ενώ οι τυμπανικές κοιλότητες των μη ληστρικών παμφάγων, όπως οι αρκούδες (Ursidae), είναι σχετικά μικρές (Ewer 1973). Χωρίς καμία απόδειξη επιλεκτικών δυνάμεων ότι οι τυμπανικές κοιλότητες δείχνουν αλλαγή από λύκο σε σκύλο, η μοναδική εξήγηση για το παρατηρούμενες διαφορές είναι ότι οι τυμπανικές κοιλότητες διατηρήθηκαν από τον πρόγονο του σκύλου.
Υπάρχουν επιπλέον χαρακτηριστικά που διακρίνουν τα ΚΣ από τους λύκους που σπάνια αναφέρονται στην βιβλιογραφία. Οι Atkins και Dillon (1971) περιγράφουν την επιφανειακή μορφολογία του εγκεφάλου του τσακαλιού (C. mesomelas, C. aureus), του κογιότ, του λύκου (C. lupus, C. rufus) και του ΚΣ. Αυτοί οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι η παρεγκεφαλίδα του ΚΣ προσεγγίζει περισσότερο αυτήν του κογιότ, που μοιάζει πολύ με αυτήν του τσακαλιού, ενώ οι λύκοι παρουσιάζουν πολλά διαφορετικά γνωρίσματα του εγκεφάλου από τα άλλα είδη. Οι λύκοι επίσης διακρίνονται από το ΚΣ σε ορολογικά και βιοχημικά χαρακτηριστικά (Leone and Wiens 1956, Lauer, Kuyt & Baker 1969).
Η προσπάθεια να αποδοθεί η αλλαγή του λύκου σε σκύλο σε παιδομορφία δεν είναι αναγνωρισμένος τρόπος εξέλιξης της προσαρμογής (Gould 1977). Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποδίδονται τέτοια χαρακτηριστικά για να εξηγηθεί η τεχνητή επιλογή. Η πιο λογική εξήγηση για τα διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά των σκύλων και των λύκων είναι ότι ο πρόγονος του ΚΣ προσαρμόστηκε σε μια διαφορετική κατάσταση από το λύκο.
***Σημείωση: Στην μετάφραση των ανατομικών όρων βοήθησε ο κτηνίατρος Σπύρος Τάχος.

Απολιθώματα
Ένα πρόβλημα για την υπόθεση προέλευσης του σκύλου από τον λύκο είναι η απουσία απολιθωμάτων ενδιάμεσης κατάστασης μεταξύ λύκων και των μικρών πρωτόγονων ΚΣ για το διάστημα από 9.000 - 14.000 χρόνια πριν (Olsen 1985, Benecke 1987). Οι Vila, et al. (1997) ερμηνεύουν με εικασίες ότι το πρωτόγονο ΚΣ υπέστη αλλαγή μεγέθους πριν από τους μόνιμους οικισμούς του ανθρώπου. Ένα επιχείρημα ασυμβίβαστο με την υπόθεση ότι η απότομη αλλαγή που αφορά τη μείωση του μεγέθους έγινε όταν οι λύκοι έγιναν οδοκαθαριστές.
Λίγα απολιθώματα κυνοειδών κρανίων έχουν ταξινομηθεί ως απολιθώματα εξημερωμένων λύκων ή μεταβατικής μορφής λύκου-σκύλου και αυτό λόγω του σχετικά ταυτόσημου μήκους ρύγχους και του μεγάλου μεγέθους δοντιών (Ovodov 1998), που παρουσιάζονται ως  χαρακτηριστικά σε ορισμένους λύκους (Clutton-Brock 1995, Clutton-Brock, Kitchener Lynch & 1994) και πιθανόν να αποδίδονται στην επίδραση του λύκου στον σκύλο.
Ο Pei (1934) και ο Olsen (1985) περιγράφουν ως πιθανό υποψήφιο για πρόγονο του σκύλου τον Canis lupus variabilis. Μαζί με τον C. l. pallipes, ο B. Lawrence (1967) αναφέρει ότι τον C. l.variabiliss ως πιθανό πρόγονο του σκύλου. Αυτός ο κυνίδης βρέθηκε στην Choukoudian της Κίνα, σε στρώματα που χρονολογούνται από 200.000 - 500.000 χρόνια πριν και συνδέονται με δραστηριότητες του Homo Erectus ή Homo Sapiens, αλλά και σε στρώματα πριν την ύπαρξη του Homo (Chow Kahlke & 1961).
Ο Pei (1934) προτείνει τα δείγματα κυνοειδών κινέζικων απολιθωμάτων, τα οποία είχαν μέχρι τότε το όνομα Canis chihliensis (Zdansky 1925, Teilhard de Chardin & Piveteau 1930) θα πρέπει να είναι ο Canislupusvariabilis. Ο Canislupus variabilis είναι επίσης γνωστός και από την περιοχή Lantian Saanxi της Προβηγκίας (Qi Hu & 1978) και έτσι τελικά έχουμε ένα ευρύ φάσμα σε χώρο και σε χρόνο. Την εποχή εκείνη ο Pei έγραφε ότι ο C.L. variabilis ήταν τέσσερις φορές πιο κοινός από τον «αληθινό» λύκο στην Choukoudian.
Ο Pei (1934) περιγράφει με το υποκοριστικό "Λύκος" ένα ζώο το οποίο παρουσιάζει διακυμάνσεις στο μέγεθος και στις προσαρμογές των δοντιών, δηλώνοντας ότι το κρανίο διαφέρει από τον τυπικό λύκο και είναι πολύ μικρότερο σε μέγεθος (περίπου 175,0 χιλιοστά συνολικού μήκους για ένα δείγμα ενήλικα CanisLupusvariabilis), με ένα πιο λεπτό ρύγχος και μικρότερο ή καθόλου ινιακό ακρολοφίο. Επιπλέον, η κάτω πλευρά της κάτω γνάθου μερικώνCanisLupus variabilis είναι "... έντονα κυρτή όπως στον σκύλο ... " (Pei 1934:15). Ένα χαρακτηριστικό κοινό μεταξύ του CanisLupus variabilis με τους λύκους είναι τα σχετικά μεγάλα σαρκόδοντα (P1 20,4 έως 23,0 χιλ., Μ1 22,0 - 24 χιλ.). Ο Pei καταλήγει στο συμπέρασμα: (1934:17): "Αν και δεν υπάρχει διακριτό όριο μεταβολής που μπορεί να διαχωρίζει τον ανωτέρω περιγραφόμενο Κυνίδη και τον πραγματικό λύκο, οι έντονες διαφορές που βρέθηκαν στο μέγεθος και στα κρανιακά χαρακτηριστικά, φαίνεται να είναι επαρκείς ενδείξεις για τη εμφάνιση τουλάχιστον μιας νέας ποικιλίας, δηλαδή του Canis lupus variabilis, δηλαδή ο Choukoudian μικρός λύκος.
***Σημείωση: Ινιακό ακρολοφίο (Sagittal crest). Το οστό που μπορεί να ψηλαφήσουμε στην κορυφή του κρανίου.
***Σημείωση: Σαρκόδοντα (Carnassial). Ο τελευταίοι προγόμφιοι της άνω σιαγόνας και οι πρώτοι γομφίοι της κάτω
Το να συμπεριληφθεί όμως ένα ζώο στο συγκεκριμένο είδος όπως το CanisLupus variabilis, που πιθανώς έχει  εξαφανιστεί, αλλά διαγνωστικά  η κατάσταση να ερμηνεύεται ως μείωση της γονιδιακής δεξαμενής του  CanisLupusμέσα στο χρόνο και χώρο, γεννά ερωτηματικά. Ο Pei (1934) δηλώνει ότι υιοθέτησε μια ειδική ονομασία για το υποείδος του C. Lupus γι 'αυτό τον Choukoudian κυνίδη κυρίως για ευκολία του προσδιορισμού διαφόρων γεωλογικών στρωμάτων.
Ο Olsen αιτιολόγησε την ονομασία κυνίδης σε C. Lupus επειδή πίστευε ότι  η απόδοση σε αυτήν την κατηγορία ήταν ανεπαρκής αλλά ότι είναι πάντα καλύτερο να αναθέτουμε σε μια γενική κατηγορία, αν δεν υπάρχει αρκετό υλικό για κάτι πιο συγκεκριμένο (SJ Olsen, προσωπική επικοινωνία 1996). Ωστόσο, ο C. Lupus είναι ένα καθορισμένο είδος και δεν είναι "γενική κατηγορία". Πρόσθετα, τα ευρήματα του CanisLupus variabilis έγιναν μετά τη δημοσίευση του Pei και χαρακτηρίστηκαν ως "κοινά". Έτσι παρέμεινε αυτό το διακριτόCanisLupus variabilis συνώνυμο με το C. Lupus για ένα ζώο που αφορούσε  δεκάδες χιλιάδες χρόνια σε ένα μεγάλο γεωγραφικό εύρος (Olsen 1985).
Ο ορισμός CanisLupus variabilis ως απλά Canis variabilis ή η διατήρηση της προηγούμενης ονομασίας C. chihliensis, μπορεί να έχουν αλλάξει σημαντικά το συμπέρασμα σχετικά με την καταγωγή του σκύλου. Μερικοί συγγραφείς σχολιάζουν την ομοιότητα του παλαιότερου ευρωπαϊκού ΚΣ με το Dingo (π.χ., Dahr 1942, Degerbøl 1961). Οι Higham, Kijngam & Manly (1980) εξέτασαν κρανία σκύλων από Ban Chiang, Ταϊλάνδη και διαπίστωσαν ότι εκείνα του 3.900 χρόνια πριν είναι σχεδόν τα ίδια με τα σημερινά Dingo-ζητιάνους σκύλους της περιοχής. Κρανία του Αυστραλιανού Dingo από περίπου 3, 900 χρόνια πριν είναι επίσης κατ 'ουσία ίδια με τα κρανία του σημερινού Dingo (Gollan 1982). Αν και δεν παρέχει κανένα στοιχείο, ο Corbett (1995) υποθέτει ότι αρκετές παραλλαγές του πρωτόγονου Dingo-ζητιάνου είναι τα εξημερωμένα dingoes. Σήμερα, αυτοί οι πρωτόγονοι ζητιάνοι έχουν αναμιχθεί γενετικά, ιδιαίτερα σε ορισμένες περιοχές, από εισαγόμενα Ευρώπης και Ασίας κατοικίδια ΚΣ (Meggitt 1958, Titcomb 1969, Corbett 1995). Αλλά η μορφολογία του Dingo ήταν προφανώς πολύ διαδεδομένη πριν από την πρόσφατη τεχνητή επιλογή σε ποικίλη μορφολογία του ΚΣ. Είναι αυτή η μορφολογία που κυριαρχεί μακροπρόθεσμα στα ελεύθερα στην φύση και ελεύθερης αναπαραγωγής σύγχρονους πληθυσμούς του ΚΣ, μετά από πολλές γενεές (Brisbin 1977, 1997). Τέτοιοι πληθυσμοί υποθέτω ότι  ποτέ δεν είχαν την μορφολογία λύκου.
***Σημείωση: Η κατάληξη etalπ.χ. Vila et al αφορά ομάδα βιολόγων, παλαιοντολόγων, αρχαιοζωολόγων που συνεργάστηκαν στην ίδια μελέτη-εργασία.

Μοριακά στοιχεία
Σύμφωνα με τον Wayne, Van Valkenburgh και O'Brien (1991), η κατά τον Nei γενετική απόσταση μεταξύ σκύλου και λύκου, με βάση την μονοδιάστατη ηλεκτροφόρηση ισοενζύμων, είναι 0,042. Αυτό είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από το 0,030 που αναφέρθηκε για την λεοπάρδαλη (Panthera Pardus) και το Jaguar (Panthera onca). Η κατά Nei γενετική απόσταση μεταξύ ειδών αρκούδας που φέρουν από ένα αντίγραφο υβριδοποίησης του mtDNA είναι ελαφρώς μικρότερη από αυτήν μεταξύ σκύλου και λύκου (Wayne, Van Valkenburgh O'Brien & 1991). Και όμως δεν έχουν δηλωθεί ως το ίδιο είδος, παρά την σχετικά μικρή γενετική / μοριακή απόσταση.
***Σημείωση: mtDNA = μιτοχονδριακό DNA, είναι το περιφερειακό «τμήμα» του γονιδίου, υπεύθυνο για την ενέργεια, μεταδίδεται από μητέρα σε θηλυκούς απογόνους.
Τα διαθέσιμα στοιχεία του mtDNA ερμηνεύονται ως ένδειξη ότι ο σκύλος και ο λύκος θα μπορούσαν να είχαν διαχωριστεί περίπου 76.000 135.000 χρόνια πριν (Tsuda et al.1997,. Vila et al, 1997). Οι Vila et al. (1997) βρήκαν μόνον έναν κοινό mtDNA απλότυπο, σε λύκους και ΚΣ, ενώ υπάρχουν 25 είδη τύπων μόνο για σκύλους και 26 για λύκους. Έξι από τους μοναδικούς απλότυπους του σκύλου ολοκληρώνονται με τους τύπους του λύκου σε διαγράμματα συγγένειας (Vila, et al. 1997). Οι Tsuda et al. (1997) διαπίστωσαν επίσης ότι οι απλότυποι του σκύλου, ενώ είναι διαφορετικοί, ολοκληρώνονται με αυτούς των λύκων σε μια συνδυασμένη ανάλυση γειτονίας.
Από αυτήν την στατιστικά στενή σχέση του mtDNA τύπων, τόσο οι Vila et al. (1997) όσο και οι Tsuda et al. (1997) καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο λύκος είναι πρόγονος του ΚΣ. Ωστόσο, στους Vila et al. (1997) 19 απλότυποι σκύλων (συμπεριλαμβανομένων πρωτόγονων σκυλιών), ομαδοποιούνται χωριστά από τους λύκους, υποδεικνύοντας ότι είναι μονοφυλετικοί. Το ανώτατο όριο γενετικής απόκλισης στα σκυλιά είναι 12 υποκαταστάσεις και η απόκλιση μεταξύ των λύκων / σκύλων επίσης 12, ενώ μεταξύ σκύλου και κογιότ / τσακάλι είναι 20 υποκαταστάσεις και δύο προσθήκες. Έτσι, σύμφωνα με την μελέτη του mtDNA, τα σκυλιά είναι πιο μακρινοί συγγενείς με τα τσακάλια / κογιότ από ότι με τους λύκους. Το mtDNA του C. l. pallipes και του C.l. arabs, υποείδη λύκων, που βρίσκονται πλησιέστερα ως προς το μέγεθος και την μορφολογία του πρωτόγονου σκύλου και γι’ αυτό συχνά έχουν προταθεί ως οι πρόγονοι του ΚΣ (π.χ., Gollan 1982, Corbett 1995), δεν είναι πιο κοντά στους απλότυπους του ΚΣ από ότι του Canislupus (Vila et al. 1997). Δεν βρέθηκε καμία μελέτη σύγκρισης του mtDNA του σκύλου με τον Canis simensis ή τον Alpinus Cuon. Οι mtDNA μελέτες που αναφέρονται παραπάνω συμπεραίνουν ότι ο ΚΣ είναι ένας λύκος, χωρίς να αντιμετωπίζουν τους εγγενείς περιορισμούς και παραδοχές των εν λόγω μελετών. Το mtDNA είναι ουσιαστικά ένας ενιαίος τόπος-δείκτης, κληρονομιά από την μόδα της κλωνοποίησης και είναι αποτελεσματικό μόνο στην εκτίμηση της σχέσης μητέρας - καταγωγής. Η συμπερίληψη του πυρηνικού DNA σε αναλύσεις θα ήταν πιο ουσιαστική και μπορεί να δώσει σαφήνεια στην ετερογένεια που παρατηρήθηκε στην απόδοση φυλογενετικών δέντρων με βάση το mtDNA. Ο Cronin (1993: 343) υποδεικνύει ότι η συγγενική σχέση που παριστάνεται στο  φυλογενετικό δένδρο βασισμένη στην ακολουθία της απόκλισης του mtDNA δεν μπορεί να είναι η ίδια πια στο φυλογενετικό δέντρο, επειδή πρόσφατα έχουν διαφοροποιηθεί ομάδες που μοιράζονται συχνά ένα σημαντικό ποσό από την ατελή ταξινόμηση γενετικών χαρακτηριστικών. Ελλιπής διαλογή στην καταγωγή είναι κοινή μεταξύ των στενά συναφών ειδών με πρόσφατο κοινό πρόγονο. Ο Wayne και Ostrander (1999) τονίζουν ότι, ενώ τα μοριακά γενετικά στοιχεία φαίνονται να ενισχύουν την προέλευση των σκύλων από τους λύκους, τα σκυλιά μπορεί να κατάγονται από ένα εξαφανισμένο είδος κυνίδη, του οποίου πλησιέστερος ζωντανός συγγενής ήταν ο λύκος.
Λόγω καταγωγής από κοινό πρόγονο, πολλά είδη έχουν πληθυσμούς με mtDNA πιο κοντά στην ακολουθία σε άλλο είδος ζώου από πληθυσμούς ειδών παράλληλης εξέλιξης (Carr et al. 1986, Cronin, Vyse & Cameron 1988, Avise, Ankey & Nelson 1990, Cronin, et al. 1991).
Υπάρχουν παραδείγματα επιρροής του mtDNA μεταξύ ειδών, τα οποία θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως απόδειξη της κατάστασης παράλληλης εξέλιξης αν αναλυθούν χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλα διαγνωστικά χαρακτηριστικά (Avise 1986, Cronin 1993).
Λύκοι και ΚΣ έχουν συμπράξει για δεκάδες χιλιάδες χρόνια, αλλά έχουν μόνον έναν τύπο mtDNA από κοινού. Παρόλο που περιστασιακά μπορεί να έχει λάβει χώρα υβριδισμός σε ορισμένες περιοχές, πανμειξία δεν σημειώθηκε παρά το γεγονός ότι μέχρι τα τελευταία εκατό χρόνια τα περισσότερα σκυλιά ζούσαν ελεύθερα και αναπαραγόταν κατά βούληση (Clutton-Brock 1981, Boitani 1983, Boitani et al. 1995, Nowak 1995, Randi & Lucchini  2002).
Για παράδειγμα, οι ινδικοί ζητιάνοι σκύλοι έχουν περίπου το ίδιο μέγεθος με τον Ινδικό λύκο (C. l. pallipes), έναν από τους υποψήφιους "προγόνους λύκους" για τα ΚΣ (Olsen 1985, Hemmer 1990, Corbett 1995) και οι εποχές του οίστρου τους συμπίπτουν. Ο πληθυσμός των λύκων σήμερα είναι μικρός και κατακερματισμένος, όμως δεν είναι γνωστό να έχουν υβριδοποιηθεί (Oppenheimer & Oppenheimer 1975, Shahi 1983, Pal, Gosh & Roy 1998). Αν τα σκυλιά και οι λύκοι δεν είχαν αρκετά αποτελεσματικά εμπόδια συμπεριφοράς για την διασταύρωση μεταξύ τους, θα μοιραζόταν τους περισσότερους, αν όχι όλους τους τύπους του mtDNA τους. Ως εκ τούτου, ο σκύλος και ο λύκος φαίνεται να πληρούν τα κριτήρια της βιολογικής έννοιας του είδους (O'Brien και Mayr 1991).
Οι κοινοί ή πολύ παρόμοιοι τύποι του mtDNA δεν είναι απαραίτητα προέλευσης λύκου. Ο Crockford (2000) υποθέτει ότι η ομοιότητα του mtDNA σκύλου / λύκου θα μπορούσε να οφείλεται σε γενετική επιρροή του σκύλου στο πληθυσμού των λύκων. Οι Koop et al. (2000) βρήκαν σε κάποια Βορειοδυτικά αυτόχθονα αμερικάνικα σκυλιά, πριν από την υποτιθέμενη επαφή τους με τους λύκους, τύπους mtDNA πιο κοντά στους λύκους της Βόρειας Αμερικής από ότι σε άλλα ΚΣ και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτά τα σκυλιά; μπορεί να προέρχονται από τοπικούς λύκους. Ο Crockford (2000) αντίθετα υποθέτει ότι ίσως αυτοί οι απλότυποι του mtDNA είναι παρόμοιοι, λόγω κυρίως στης διασταύρωσης σπάνιων άγριων θηλυκών σκύλων με αρσενικούς λύκους, με αποτέλεσμα τον υβριδισμό, έτσι ώστε να διατηρείται για τόσο πολύ καιρό και να σώζονται πληθυσμοί λύκων που έχουν mtDNA σκύλου.
Αρχαιολογικά ευρήματα (Walker & Frison 1982) σύγχρονων υβρίδιων άγριων λύκων/σκύλων είναι γνωστά και έχουν συγκεντρωθεί στην Αλάσκα (Β. Yates, προσωπική επικοινωνία 2001), στο Vancouver Island, B.C., Canada (Koop et al. 2000) και στην Ιταλία (Randi Lucchini & 2002). Οι Vila και Wayne (1999) υποδεικνύουν ότι, επειδή υπάρχει διαφορά αναπαραγωγικού χρόνου στον υβριδισμό λύκου / σκύλου πιθανότατα αυτός προήλθε από θηλυκούς λύκους και αρσενικά σκυλιά (για να υποδηλώσουν ότι οι κοινοί τύποι mtDNA είναι του λύκου). Παραβλέπουν αναφορές που μιλάνε για αρσενικούς λύκους να διασταυρώνονται με θηλυκά σκυλιά (Gottelli et al. 1994) και κογιότ (Wayne et al. 1991) και να έχουν ενσωματωθεί στον πληθυσμό των λύκων. Λαμβάνοντας υπόψη την απρόβλεπτη συμπεριφορά των υβριδίων-λύκων και την δυσκολία της διατήρησης F1 υβριδίων (Gloyd 1992, Hope 1994, Marx 1994, Steinhart 1995), είναι μάλλον απίθανο προϊστορικά και του πρόσφατου παρελθόντος υβρίδια να έχουν ολοκληρωθεί επιτυχώς μέσα στον πληθυσμό του ΚΣ. Ο Crockford (2000) επισημαίνει ότι η γενετική ακεραιότητα των δειγμάτων που χρησιμοποιούνται για να αντιπροσωπεύουν τους λύκους στις περισσότερες μελέτες του DNA δεν είναι σαφώς καθορισμένη και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χρήση δειγμάτων σύγχρονων λύκων, ή εκείνων που προέρχονται από αρχαιολογικά ευρήματα, στις συγκριτικές μελέτες του mtDNA με ΚΣ, μπορεί να είναι παραπλανητική λόγω της πιθανότητας μακροχρόνιου υβριδισμού με σκυλιά.
Συμπέρασμα
Οι Manwell και Baker (1983) υποδεικνύουν ότι η έρευνα για την προέλευση του σκύλου έχει περιοριστεί από «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟ»: ένα  ισχυρό, βιβλιογραφικό και συχνά επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό ότι οι άνθρωποι εξημέρωσαν το σκυλί που ήταν γκρίζος λύκος. Οι ίδιοι (1983:221) συμπεραίνουν ότι αν και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η προέλευση λύκος, η πιθανότερη εκδοχή είναι «... η σημερινή μή δημοφιλής ιδέα για την καταγωγή του σκύλου από ένα άγριο Canis familiaris». Από το 1983, ο δογματισμός για την καταγωγή του Κ.Σ έχει αυξηθεί, σε σημείο που οι Wilson & Reeder (1993) αισθάνθηκαν άνετα( να αποδεχθούν Wozencraft) την μετονομασία C. familiaris ως C. Lupus familiaris χωρίς συζήτηση.
Τα μορφολογικά και μοριακά στοιχεία που συζητήθηκαν εδώ, σε συνδυασμό με μια εύλογη υποτιθέμενη συμπεριφορά ανθρώπου και κυνίδη, δείχνουν ότι η υπόθεση ο άνθρωπος δημιούργησε το σκύλο σκόπιμα εξημερώνοντας τον λύκο είναι απίθανη. Η υπόθεση ότι οι λύκοι ήταν ζώα που συμμετείχαν εθελοντικά λόγω διατροφής σε μία συμβιωτική σχέση στην οποία το ένα είδος αντλεί κάποιο όφελος, ενώ το άλλο μένει ανεπηρέαστο και ότι η μορφολογία του λύκου άλλαξε γρήγορα μετά την αποδοχή θέσης οδοκαθαριστή - ζητιάνου, δεν υποστηρίζεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Τα σκυλιά έχουν αρκετά διαγνωστικά μορφολογικά γνωρίσματα που καθιστούν πιθανό ένα πλαισιομορφικό φαινόμενο και δεν είναι υποπροϊόντα της τεχνητής επιλογής. Ο λύκος και ο σκύλος φαίνεται να διαχωρίζονται σαφώς, αλλά και να συνδέονται στενά, ως παγκοσμίως αποδεκτό είδος με αποτελεσματική αναπαραγωγική απομόνωση. Έτσι, η τρέχουσα μόδα του C. familiaris σε συνωνυμία με τον C. lupus. δεν υποστηρίζεται.
Η έλλειψη κοινά αποδεκτών απολιθωμάτων πριν 15.000 χρόνια έχει χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο για ερμηνεία της πρόσφατης  καταγωγής του σκύλου από τον λύκο. Ωστόσο, ο Olsen (1985) σημειώνει ότι υπάρχουν πολλά απολιθώματα  μικρών "λύκων " της Πλειστοκαίνου εποχής στην  Ευρασία που χρειάζονται περισσότερο προσεκτική εξέταση.
Η υπόθεση που ταιριάζει στα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία είναι η πιο φειδωλή δηλαδή, ότι τα πρώτα ΚΣ προήλθαν από ένα είδος μεσαίου μεγέθους «γενικού» κυνίδη, ενός «άγριου C. familiaris», που οικειοθελώς υιοθέτησε την θέση του ζητιάνου και παρέμεινε σε συμβιωτική εκτεταμένη περίοδο πριν κάποιοι πληθυσμοί γίνουν πραγματικά εξημερωμένα ζώα. Εάν μπορούμε να ξεπεράσουμε την αδράνεια που δημιουργήθηκε από το δόγμα λύκος - καταγωγή και το πρόβλημα να εξεταστεί χωρίς προκαταλήψεις, ίσως η διερεύνηση πιθανής λειτουργικής προέλευσης των μορφολογικών διαφορών μεταξύ των σκύλων και των λύκων, η εκτεταμένη πυρηνική μελέτη του DNA και η επαναξιολόγηση των αρχαιολογικών στοιχείων και απολιθωμάτων του κυνίδη, θα απαντηθούν μερικά από τα άλυτα ερωτήματα σχετικά με τον περισσότερο αρχαίο κατοικίδιό μας.