1. Το σύνδρομο διάτασης και στροφής στομάχου του σκύλου

2.Παθήσεις της Στοματικής κοιλότητας του σκύλου

3.Καρκίνος του μαστού στον θηλυκό σκύλο

4. Κρυψορχία

1.Εμβολιασμός

2. Εχινόκοκκωση - Υδατίδωση

3. Διροφιλαρίωση

4.Λεϊσμανίωση

5.Πιροπλάσμωση

6.Ανθρωποζωονόσοι στην Ελλάδα

7.Γαστρίτιδα στο σκύλο

1. Δυσπλασία του Ισχίου

2.Δυσπλασία- Διάγνωση

3.Δισκοπάθειες στο σκύλο

Λογότυποσ κυνοπαιδεία
English
Αρχική σελίδα
Επιστροφή στα άρθρα
Κτηνιατρικά άρθρα
copyright 2006-Cynopedia.com
ΚΙΝΗΤΙΚΑ (3)
ΛΟΙΜΩΔΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ (6)
ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ (4)
Φυσιολογία του οίστρου του θηλυκού σκύλου

Θυρεοειδοπάθεια στο σκύλο

Κοινούρωση

Κοπροφαγία

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

ΚΟΙΝΟΥΡΩΣΗ
ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΚΤΗΝΙΑΤΡΟΣ
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012, ΑΠΘ.
Μεταδίδεται στα πρόβατα από τα κόπρανα μολυσμένου σκύλου που έχει φάει τον εγκέφαλο προβάτου που πάσχει από την ασθένεια. Η κοινούρωση είναι από τα πιο συχνά νοσήματα του νευρικού συστήματος του προβάτου στην Ελλάδα. Προκαλείται από το μετακεστώδες (προνυμφική μορφή) Coenurus cerebralis της ταινίας Taenia multiceps που παρασιτεί στο λεπτό έντερο σαρκοφάγων ζώων. Στη χρόνια μορφή της χαρακτηρίζεται από την παρουσία κύστεων, κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι κύστεις περιέχουν μέχρι αρκετές εκατοντάδες σκώληκες, ορατούς ως άσπρες
πλάκες πάνω στα διαφανή τοιχώματα της κύστης. Το αυξημένο παρασιτικό φορτίο των βοσκοτόπων, από τα κόπρανα των μολυσμένων σκύλων – τελικών ξενιστών, αυξάνει την
πιθανότητα μόλυνσης των προβάτων από τις προνύμφες. Ακολουθεί η εισβολή των προνυμφών στο κεντρικό νευρικό σύστημα και η εκδήλωση συμπτωμάτων (Blood, 2000). Ο
βιολογικός κύκλος του παρασίτου ολοκληρώνεται με την κατανάλωση από τα σαρκοφάγα (τελικούς ξενιστές-σκύλους) των μολυσμένων εγκεφάλων των προβάτων (Clarkson, 2004).
ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Η κοινούρωση εμφανίζεται με δύο κλινικές μορφές, την οξεία μορφή και την χρόνια. Η χρόνια μορφή αναφέρεται πιο συχνά (Aitken, 2007). Η οξεία κοινούρωση συνοδεύεται από τα συμπτώματα της οξείας μηνιγγοεγκεφαλίτιδας (Smith, Shermann, 2009), και εκδηλώνεται ως οξεία νευρολογική διαταραχή με υψηλή θνησιμότητα (10-100%). Τα κύρια νευρολογικά συμπτώματα είναι η αταξία, η κατάπτωση, η τύφλωση, η σκολίωση, η δυσμετρία και το κώμα (Giadinis et al, 2011). Θάνατοι παρατηρούνται 3-5 ημέρες μετά την έναρξη των νευρολογικών συμπτωμάτων (Doherty,
1989). Στην οξεία κοινούρωση που συμπίπτει με τη φάση μετανάστευσης των προνυμφών, προκαλούνται γραμμοειδείς νεκρώσεις κιτρινέρυθρου χρώματος στο νευρικό ιστό
(Καλδρυμίδου, 2010). Η οξεία κοινούρωση έχει περιγραφεί σε κοπάδι προβάτων που οδηγήθηκαν σε βοσκότοπο με έντονο παρασιτικό φορτίο από τα κόπρανα σκύλων (Doherty,
1989), σε αμνούς ηλικίας 6-8 εβδομάδων (Scott, 2007) και σε 11 εκτροφές γαλακτοπαραγωγών προβάτων, στην Ελλάδα (Giadinis et al, 2011). Στα περιστατικά οξείας
κοινούρωσης που επιβιώνουν διαπιστώνεται μετά 3-6 μήνες η ανάπτυξη των χαρακτηριστικών κύστεων της χρόνιας κοινούρωσης (Giadinis et al, 2011).
Η χρόνια κοινούρωση που συναντάται συνήθως σε πρόβατα, και σπανιότερα σε αίγες, ηλικίας 6-18 μηνών είναι μια εντοπισμένη αλλοίωση του κεντρικού νευρικού συστήματος
και εξελίσσεται σταδιακά (Skerritt, 1987). Η χρόνια κοινούρωση σπάνια εμφανίζεται σε πρόβατα ηλικίας μεγαλύτερης των 3 ετών. Ο χρόνος επώασης της νόσου κυμαίνεται μεταξύ
2-6 μηνών (Aitken, 2007). Στο 80% των περιπτώσεων, η παρασιτική κύστη εντοπίζεται στο ένα εγκεφαλικό ημισφαίριο, σε ποσοστό 10% εντοπίζεται στην παρεγκεφαλίδα, ενώ
πολλαπλή εντόπιση αναφέρεται στο 8% των περιστατικών (Skerritt, 1987). Έχουν αναφερθεί και κάποιες σποραδικές περιπτώσεις εντόπισης της κύστης στον νωτιαίο μυελό
(Buswell, 1997). Εδώ πρέπει να αναφερθεί, ότι στις αίγες ο σχηματισμός των κύστεων γίνεται κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αλλά συχνά και στους σκελετικούς μύες και 
στην καρδιά (Smith, Sherman, 2009), ενώ κύστεις έχουν βρεθεί και στους μεσεντέριους λεμφαδένες και στους οφθαλμούς (Islam et al, 2006). Τα συμπτώματα της νόσου σχετίζονται με την εντόπιση των αλλοιώσεων. Τα πιο συχνά παρατηρούμενα συμπτώματα είναι η κατάπτωση, οι αναγκαστικές κυκλικές κινήσεις, η πίεση της κεφαλής (Scott, 2007), η τύφλωση με απώλεια του αντανακλαστικού της απειλής και οι διαταραχές της ιδιοδεκτικής αισθητικότητας (Aitken, 2007). Κλίση της κεφαλής και στρεψαυχενισμός παρατηρείται όταν η κύστη έχει τέτοια εντόπιση, ώστε να επηρεάζει το αιθουσαίο σύστημα και την παρεγκεφαλίδα. Η εμπλοκή της παρεγκεφαλίδας συνοδεύεται από δυσμετρία και αταξία (Braund, 1985). Η κλινική εικόνα του ζώου επιδεινώνεται πιο
γρήγορα, όταν οι κύστεις εντοπίζονται στην παρεγκεφαλίδα (Scott, 2007). Στο τελικό στάδιο τα ζώα κατακλίνονται και εκδηλώνουν κινήσεις ποδηλατισμού των οπισθίων άκρων. Η
κλινική πορεία της νόσου διαρκεί 1 μήνα ή περισσότερο (Saikia et al, 1987).
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η διάγνωση, τόσο της χρόνιας, όσο και της οξείας κοινούρωσης θα βασιστεί στο ιστορικό και τα συμπτώματα. Στη χρόνια κοινούρωση, με την ενδελεχή νευρολογική εξέταση
επιδιώκεται να εντοπιστεί η ακριβής θέση της κύστης. Πολλές φορές παρατηρείται μαλάκυνση και λέπτυνση του μετωπιαίου οστού, ως αποτέλεσμα της αυξημένης
ενδοκρανιακής πίεσης. Αυτή μπορεί να γίνει αντιληπτή και με ψηλάφηση, αλλά δεν αποτελεί αξιόπιστο εύρημα για την ακριβή εντόπιση της κύστης. Και αυτό γιατί η λέπτυνση
του οστού μπορεί να είναι στην ίδια ή στην αντίθετη πλευρά από την θέση εντόπισης της κύστης. Άλλοτε, πάλι, παρατηρείται αμφοτερόπλευρη λέπτυνση των κρανιακών οστών,
παρά την ετερόπλευρη εντόπιση της κύστης (Aitken, 2007). Στην ακριβή εντόπιση της θέσης της κύστης μπορεί να βοηθήσει και η υπερηχοτομογραφική εξέταση (Doherty, 1989). Η
παρουσία και η ακριβής θέση της παρασιτικής κύστης επιβεβαιώνεται κατά τη χειρουργική επέμβαση ή τη νεκροψία (Aitken, 2007). Στην οξεία κοινούρωση η διάγνωση επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα της νεκροτομικής και ιστοπαθολογικής εξέτασης. Νεκροτομικά, διαπιστώνεται εστιακή ή πολυεστιακή πάχυνση και θολερότητα των μηνίγγων, με παρουσία μικρών (διαμέτρου 0,5-1 cm, σπάνια έως 2 cm ) κυστικών σχηματισμών. Οι κυστικοί αυτοί σχηματισμοί έχουν διαφανή τοιχώματα και εντοπίζονται ελεύθεροι πάνω στις λεπτομήνιγγες ή διεισδύουν κατά ένα
μέρος στον εγκεφαλικό ιστό. Συνηθέστερη θέση εντόπισης είναι η επιφάνεια του βρεγματικού λοβού, λιγότερο συχνές η περιοχή μεταξύ παρεγκεφαλίδας και εγκεφαλικών
ημισφαιρίων και η επιφάνεια των μετωπιαίου και των ινιακού λοβού, και σπανιότερα η επιφάνεια του κροταφικού λοβού. Σχεδόν πάντα, παρατηρούνται εστιακές ή περισσότερο
εκτεταμένες περιοχές με πυώδες εξίδρωμα, σε στενή συσχέτιση με τις θέσεις εντόπισης των κυστικών σχηματισμών (Giadinis et al, 2011). Ιστοπαθολογικά, διαπιστώνεται πολυεστιακή
πυώδης ή πυοκοκκιωματώδης μηνιγγοεγκεφαλίτιδα με διήθηση εωσινόφιλων. Σπανιότερα, στο εγκεφαλικό παρέγχυμα είναι δυνατό να διαπιστωθεί και η παρουσία μικροσκοπικών
κύστεων. Παρατηρούνται, επίσης, γλοίωση, σπογγίωση, κενοτοπίωση, περιαγγειακές διηθήσεις, εστίες νευρονοφαγίας και νέκρωσης του νευρικού ιστού (Giadinis et al, 2011).
Και στις δύο μορφές, κατά τη βυθοσκόπηση του οφθαλμού παρατηρείται οίδημα της οπτικής θηλής (Smith, Shermann, 2009) και μέτρια έως σοβαρή συμφόρηση και διόγκωση
των φλεβιδίων του αμφιβληστροειδούς, που εμφανίζουν έντονη ελικοειδή πορεία. Οι παράμετροι όμως των αιματολογικών εξετάσεων είναι συνήθως εντός των φυσιολογικών
ορίων (Giadinis et al, 2011).
Η διαφορική διάγνωση της οξείας κοινούρωσης περιλαμβάνει την λιστερίωση, την πολιοεγκεφαλομαλάκυνση και την ιογενή νόσο Louping ill (Aitken, 2007). Η οξεία
κοινούρωση θα πρέπει, επίσης, να διαφοροποιηθεί από την βακτηριακή μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, την εντεροτοξιναιμία και την τοξίκωση από χαλκό (Giadinis et al,
2011). Σε κάποιες περιπτώσεις τα συμπτώματα της τοξιναιμίας της εγκυμοσύνης μοιάζουν με αυτά της οξείας κοινούρωσης (Scott, 1993). Η χρόνια κοινούρωση θα πρέπει να
διαφοροποιηθεί από τα αποστήματα (Aitken, 2007), τα αιματώματα, τα νεοπλάσματα του κεντρικού νευρικού συστήματος και τις χρόνιες εγκεφαλοπάθειες, Visna και Scrapie
(Giadinis et al, 2011).
ΘΕΡΑΠΕΙΑ-ΠΡΟΛΗΨΗ
Σε πολλές περιπτώσεις επιλέγεται να γίνει η χειρουργική εξαίρεση της παρασιτικής κύστης. Το ποσοστό επιτυχία της είναι συνήθως γύρω στο 74%, αν και μπορεί να φτάσει
στο 85% με την ακριβή εντόπιση της θέσης της κύστης (Aitken, 2007). Σύμφωνα με μια ελληνική μελέτη το ποσοστό επιτυχίας της χειρουργικής επέμβασης είναι 92%, αλλά μόνο
το 83% των προβάτων είναι σε θέση να επιστρέψουν στο κοπάδι. Στο 6% των ζώων δεν ήταν δυνατή η νευροανατομική εντόπιση της κύστης και η νεκροτομική εξέταση έδειξε ότι
αυτή εντοπίζονταν είτε στην παρεγκεφαλίδα, είτε σπανιότερα στο στέλεχος του εγκεφάλου. Στο 9% των προβάτων, η κλινική εικόνα επιδεινώθηκε μετά την χειρουργική επέμβαση,
εξαιτίας της παρουσίας περισσότερων της μίας κύστης (Komnenou et al, 2000). Μετά την επιτυχή χειρουργική εξαίρεση, η ανάρρωση είναι γρήγορη και η πλήρης νευρική λειτουργία
επανέρχεται σε 1 εβδομάδα (Scott, 2007). Στα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνεται η τακτική χορήγηση (κάθε 6-8 εβδομάδες) ενός αποτελεσματικού ταινιοκτόνου σε όλα τα σκυλιά της εκτροφής. Τα πτώματα των ζώων δεν θα πρέπει να καταλώνονται από τα σκυλιά της εκτροφής ή και από αδέσποτα ζώα, τα οποία επιπρόσθετα δεν λαμβάνουν και ανθελμινθική αγωγή (Aitken, 2007). Η διάθεση των πτωμάτων των ζώων θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς (Κανονισμός 1069/2009).