1. Δυσπλασία του Ισχίου

2.Δυσπλασία- Διάγνωση

3.Δισκοπάθειες στο σκύλο

1.Εμβολιασμός

2. Εχινόκοκκωση - Υδατίδωση

3. Διροφιλαρίωση

4.Λεϊσμανίωση

5.Πιροπλάσμωση

6.Ανθρωποζωονόσοι στην Ελλάδα

1. Το σύνδρομο διάτασης και στροφής στομάχου του σκύλου

2.Παθήσεις της Στοματικής κοιλότητας του σκύλου

3.Καρκίνος του μαστού στον θηλυκό σκύλο

4. Κρυψορχία

Λογότυποσ κυνοπαιδεία
English
Αρχική σελίδα
Επιστροφή στα άρθρα
Κτηνιατρικά άρθρα
copyright 2006-Cynopedia.com
ΚΙΝΗΤΙΚΑ (3)
ΛΟΙΜΩΔΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ (6)
ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ (4)
Φυσιολογία του οίστρου του θηλυκού σκύλου

Θυρεοειδοπάθεια στο σκύλο

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Η Πιροπλάσμωση του σκύλου. Η πιροπλάσμωση ή μπαμπεζίωση είναι μια οξεία ή χρόνια πρωτοζώωση του κυκλοφορικού συστήματος κ.ά. του σκύλου (Babesia canis, B.gibsoni), της γάτας (B.cati, B.felis), των βοοειδών και άλλων ζώων (ξενιστές). Στη χώρα μας, βρέθηκαν Babesia spp. στο 8% των σκύλων.Η μόλυνση των ζώων γίνεται από μολυσμένους κρότωνες (τσιμπούρια). Σε διάστημα 7-14 ημερών (prepatent) μετά τη μόλυνση, το παράσιτο εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος, εισβάλλει στα ερυθροκύτταρα, πολλαπλασιάζεται (1-4 μεροζωΐδια/ ερυθροκύτταρο) και προκαλεί την καταστροφή των ερυθροκυττάρων. Ο ερυθροκυτταρικός κύκλος και η παρασιταιμία διαρκούν για πολλά χρόνια (patent). Οι κρότωνες μολύνονται, όταν προσλαμβάνουν τα μεροζωίδια των παρασίτων κατά την απομύζηση αίματος από τους μολυσμένους ξενιστές. Τότε, τα παράσιτα εισβάλλουν στα ωάρια των θηλυκών κροτώνων (διωοθηκική μόλυνση) και πολλαπλασιάζονται παράλληλα με την ανάπτυξη των κροτώνων (προνύμφη, νύμφη, ενήλικο). Τα σποροζωίδια του παρασίτου παράγονται στους σιαλογόνους αδένες των προνυμφών, των νυμφών και των ενήλικων κροτώνων και μεταδίδονται στα ζώα, όταν οι προνύμφες ή οι νύμφες ή οι ενήλικοι κρότωνες απομυζούν αίμα από αυτά. Οι μολύνσεις των ζώων είναι συχνότερες από τον Μάϊο έως τον Νοέμβριο, ενώ οι μολυσμένοι κρότωνες διατηρούν και μεταδίδουν το παράσιτο από γενιά σε γενιά, έως 30 γενιές, ακόμη και χωρίς να απομυζούν αίμα (οι κρότωνες επιβιώνουν και πολλαπλασιάζονται νηστικοί, χωρίς να απομυζήσουν αίμα, έως και 18 χρόνια!). Η μόλυνση των ζώων είναι δυνατόν να γίνει και μηχανικά, με τη χρησιμοποίηση μολυσμένης σύριγγας (εμβολιασμοί κ.ά.).Ειδικότερα, στον μολυσμένο θηλυκό σκύλο παρατηρείται και ενδομητρική μόλυνση των εμβρύων.Παθογόνος δράση: Η παθογόνος δράση των παρασίτων συνίσταται στην καταστροφή των ερυθροκυττάρων από τον πολλαπλασιασμό των παρασίτων μέσα σε αυτά, ενώ για να εισβάλουν τα παράσιτα (μεροζωίδια) μέσα στα  ερυθροκύτταρα, ενεργοποιούν την “εναλλακτική οδό” του συμπληρώματος, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό, οπές διαμέτρου 8-10 nm στην επιφάνεια των ερυθροκυττάρων. Η καταστροφή των ερυθροκυττάρων προκαλεί αιμολυτική αναιμία στο μολυσμένο ζώο.Μηχανισμοί άμυνας: Τα νεαρά ζώα που έλαβαν μητρικά αντισώματα με το πρωτόγαλα από τη μητέρα, ανθίστανται στη μόλυνση για περίπου δύο μήνες. Αργότερα, πρέπει να εμβολιάζονται για να αποφεύγεται η έντονη νόσησή τους, όταν προσβάλλονται, κυρίως από τις μολυσμένες νύμφες των κροτώνων. Στα ενήλικα ζώα που επιβίωσαν από το νόσημα, αναπτύσσεται αντίσταση στις αναμολύνσεις, που διαρκεί για αρκετούς μήνες, αλλά: α) δεν περιορίζει την παρασιταιμία (το μολυσμένο ζώο, χωρίς να νοσεί, παραμένει φορέας και μολύνει τους κρότωνες), και β) είναι ειδική για το είδος του παρασίτου που την προκάλεσε (δεν αναπτύσσεται διασταυρωμένη ανοσία).Αλλοιώσεις και συμπτώματα: Η εμφάνιση του νοσήματος εξαρτάται από τον ξενιστή και το είδος του παρασίτου. Συνήθως, μετά επώαση 2-3 εβδομάδων, παρατηρείται, πυρετός, αδυναμία, ανορεξία, απάθεια, θαμπό τρίχωμα, ρινικό έκκριμα, δύσπνοια, αιμολυτική αναιμία, θρομβοκυτταροπενία, αιμορραγίες στο δέρμα και στους βλεννογόνους, αιμοσφαιρινουρία, σπληνομεγαλία (σπανίως, ηπατομεγαλία) και εμφανίζονται οιδήματα, λεμφαδενοπάθεια, νεφροπάθεια, στοματίτιδα, γαστρίτιδα, κερατίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα, μυΐτιδα, πάρεση, επιληπτικές κρίσεις κ.ά. Κατά τη χρόνια φάση του νοσήματος παρατηρείται πυρετός, αιμοσφαιρινουρία, αναιμία, ίκτερος κ.ά. Διάγνωση: Η διάγνωση του νοσήματος στηρίζεται στην ανεύρεση των μεροζωϊδίων (B.felis, B.gibsoni έως 2.5 μm, B.canis 4-5 μm) σε επιχρίσματα αίματος (Giemsa). Επίσης, στηρίζεται στην ανίχνευση των ειδικών αντισωμάτων (ELISA, IFAT κ.ά.) και του DNA του παρασίτου (PCR), ενώ υποβοηθείται από την κλινική εικόνα και το ιστορικό της περιοχής.Φαρμακευτική αγωγή: Η φαρμακευτική αγωγή γίνεται με την χορήγηση, imidocarb-dipropionate (Imizol®, 3-6 mg/kg σ.β), quinuronium sulfate (Acaprin®, 0.25 mg/kg σ.β. υπδ. και επανάληψη σε 10-20 ημέρες), clindamycin (Antirobe®, 15 mg/kg σ.β./12 ώρες).Πρόληψη: Η μόλυνση των σαρκοφάγων προλαμβάνεται αποτελεσματικά με τη βελτίωση της διατροφής και των συνθηκών διαμονής των ζώων, καθώς και με τη συστηματική χρησιμοποίηση κροτωνοκτόνων μεγάλης διάρκειας, με μορφή περιλαιμίου (Diazinon®, Elimtic®, Kiltix®, Scalibor® κ.ά.), ψεκασμών (Defendog®, Duowin®, Exspot®, Frontline®, Nuvan®, Tiquanis® κ.ά.), σαμπουάν (Pulvex® κ.ά.) και ενσταλάξεων (spot on) στο δέρμα (Frontline®). Ο εμβολιασμός των ζώων δεν χρησιμοποιείται σε μεγάλη κλίμακα (υπάρχει εμβόλιο για σκύλο).