1. Δυσπλασία του Ισχίου

2.Δυσπλασία- Διάγνωση

3.Δισκοπάθειες στο σκύλο

1.Εμβολιασμός

2. Εχινόκοκκωση - Υδατίδωση

3. Διροφιλαρίωση

4.Λεϊσμανίωση

5.Πιροπλάσμωση

6.Ανθρωποζωονόσοι στην Ελλάδα

1. Το σύνδρομο διάτασης και στροφής στομάχου του σκύλου

2.Παθήσεις της Στοματικής κοιλότητας του σκύλου

3.Καρκίνος του μαστού στον θηλυκό σκύλο

4. Κρυψορχία

Λογότυποσ κυνοπαιδεία
English
Αρχική σελίδα
Επιστροφή στα άρθρα
Κτηνιατρικά άρθρα
copyright 2006-Cynopedia.com
ΚΙΝΗΤΙΚΑ (3)
ΛΟΙΜΩΔΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ (6)
ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ (4)
Φυσιολογία του οίστρου του θηλυκού σκύλου

Θυρεοειδοπάθεια στο σκύλο

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Η λεϊσμανίωση (παλιότερη ονομασία: «λεϊσμανίαση») εμφανίζεται στην Ελλάδα και τις άλλες μεσογειακές χώρες με τη μεσογειακή μορφή, ενώ στις Ινδίες και στην Αφρική εμφανίζεται με την ινδική μορφή («kala-azar», «πυρετός dum-dum») και με την αφρικανική μορφή («kala-azar») κ.α. (στην Ελλάδα και τις άλλες μεσογειακές χώρες δεν απαντάται η μορφή «kala-azar»).

Η μεσογειακή μορφή της λεϊσμανίωσης προκαλείται από το πρωτόζωο παράσιτο Leishmania infantum και είναι ευκαιριακό νόσημα (συνήθως απαντάται σε ανοσοκατασταλμένους ξενιστές, όπως άνθρωπος, σκύλος, γάτα, αλεπού, τσακάλι, τρωκτικά κ.ά.).
Ο σκύλος μολύνεται, όταν απομυζούν από αυτόν αίμα σκνίπες (μεταδότης της L.infantum), οι οποίες μολύνθηκαν με το παράσιτο πριν 8-10 ημέρες, κατά την απομύζηση αίματος από μολυσμένο σκύλο (φορέας της L.infantum). Ο άνθρωπος μολύνεται, όταν απομυζούν από αυτόν αίμα σκνίπες (μεταδότης της L.infantum), οι οποίες μολύνθηκαν με το παράσιτο πριν 8-10 ημέρες, κατά την απομύζηση αίματος από μολυσμένο άνθρωπο (φορέας της L.infantum).
Η L.infantum (παθογόνος παράγοντας) εμφανίζεται με δύο μορφές.Με την αμαστιγωτή μορφή (Α) που πολλαπλασιάζεται μέσα στα μονοκύτταρα του ξενιστή (φορέας) και με την προμαστιγωτή μορφή (Β) που πολλαπλασιάζεται μέσα στο έντερο της σκνίπας (μεταδότης). Στη χώρα μας η L.infantum προσβάλλει τον σκύλο (0.2-48.7%), τη γάτα, την αλεπού, το τσακάλι, τα τρωκτικά (1.2%) κ.ά., καθώς και τον άνθρωπο (3.9-9.2%) στον οποίο εμφανίζονται κατά μέσο όρο 25 κρούσματα σπλαχνικής λεϊσμανίωσης ετησίως. Υπολογίζεται ότι στη χώρα μας αντιστοιχούν σε κάθε μολυσμένο άνθρωπο 940-5.550 μολυσμένοι σκύλοι. Μεταδότης της L.infantum στα ζώα και τον άνθρωπο είναι οι σκνίπες Phlebotomus spp., οι οποίες είναι έντομα (1-4 mm), που αναπτύσσονται σε σκοτεινούς χώρους, σε κορμούς δένδρων, σε λατομεία, σε σπηλιές, σε στάβλους, σε μαντριά, μέσα σε πέτρινους τοίχους, σε πηγάδια, σε αγροτικά σπίτια κ.ά., διέρχονται τα στάδια εξέλιξης αυγού, προνύμφης (4 προνυμφικά στάδια), νύμφης και ενήλικου αρσενικού και θηλυκού εντόμου, ζουν 14-40 ημέρες, εμφανίζουν δραστηριότητα από το Μάϊο έως το Νοέμβριο (μετά τη δύση του ήλιου), διατρέφονται με χυμούς φυτών (σιτηρά, αμυγδαλιές, ροδακινιές, βερυκοκκιές κ.ά.) και οι θηλυκές σκνίπες, επιπλέον, με αίμα. Διακρίνουν το κίτρινο, το πορτοκαλί και το κόκκινο χρώμα σε απόσταση κάτω των 2 μέτρων και προτιμούν να απομυζούν αίμα από ορισμένους ξενιστές (γι’ αυτό υπάρχουν μεγάλες διαφορές στη συχνότητα της μόλυνσης των ζώων και του ανθρώπου).
Η περίοδος των σκνιπών στην Ελλάδα εκτείνεται από το Μάϊο έως το Νοέμβριο.
Οι βιολογικές συνήθειες και το είδος του μεταδότη έχουν μεγάλη σημασία στην εξάπλωση της λεϊσμανίωσης. Από τα τουλάχιστον 700 είδη σκνιπών που υπάρχουν σε ολόκληρο τον κόσμο, μόνον τα 30 είδη είναι μεταδότες των Leishmania spp. Στις μεσογειακές χώρες απαντώνται 21 είδη σκνιπών (18 Phlebotomus spp. και 3 Sergentomyia spp.) από τα οποία μόνον τα 8 είδη είναι μεταδότες Leishmania spp.

Συγκεκριμένα στην Ελλάδα απαντώνται 12 είδη σκνιπών από τα οποία μόνον ο Phlebotomus neglectus διαπιστώθηκε ότι είναι μεταδότης της L.infantum.

Τα είδη των σκνιπών και ο ξενιστής από τον οποίο προτιμούν να απομυζούν αίμα στην Ελλάδα είναι:

1) P.neglectus (μεταδότης της L.infantum. Απομύζηση αίματος από βοοειδή, ίππο, χοίρο, επίμυ, σπανίως από άνθρωπο και ποτέ από σκύλο),
2) P.perfiliewi (πιθανός μεταδότης της L.infantum. Απομύζηση αίματος από σκύλο, αλεπού, ίππο, βοοειδή, πρόβατο, χοίρο, κόνικλο, λαγό, επίμυ, σπανίως από άνθρωπο),
3) P.tobbi (πιθανός μεταδότης της L.infantum. Απομύζηση αίματος από πρόβατο, κόνικλο, σκύλο),
4) P.balcanicus (πιθανός μεταδότης της L.infantum σε Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία. Απομύζηση αίματος από νυχτερίδα, πτηνά και άνθρωπο),
5) P.simici (πιθανός μεταδότης της L.infantum σε Αττική, Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία. Απομύζηση αίματος από κόνικλο, νυχτερίδα, άνθρωπο),
6) P.papatasi (Απομύζηση αίματος από άνθρωπο),
7) P.sergenti (Απομύζηση αίματος από άνθρωπο, κόνικλο, νυχτερίδα),
8) P.similis (Απομύζηση αίματος από νυχτερίδα και σπανίως σε σπηλιές από άνθρωπο),
9) P.alexandri (Απομύζηση αίματος από άνθρωπο και τρωκτικά),
10) P.mascittii (Απομύζηση αίματος από αλεπού, σκύλο και άνθρωπο σε Κρήτη, Ρόδο),
11) Sergentomyia dentata (Απομύζηση αίματος από σαύρα και πιθανόν, από πτηνά), και
12) S.minuta (Απομύζηση αίματος από σαύρα και πιθανόν, από πτηνά).
Ο μολυσμένος ξενιστής (άνθρωπος, σκύλος, αλεπού, τσακάλι, τρωκτικά κ.ά.) είναι αποθήκη/φορέας της L.infantum στη φύση και μολύνεται 8-10 ημέρες μετά τη μόλυνση της σκνίπας. Σε σπάνιες περιπτώσεις είναι δυνατόν να συμβεί ενδομητρική μόλυνση και σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν να μεταφερθούν παράσιτα στα τραύματα κ.ά. των ανοσοκατεσταλμένων ατόμων με τα εκκρίματα των μολυσμένων ζώων ή κατά τη μετάγγιση αίματος από μολυσμένους αιμοδότες ή με τις μολυσμένες σύριγγες. Η είσοδος του παρασίτου στον ανοσοϊκανό ξενιστή ακολουθείται συνήθως από την καταστροφή του. Κατά την πενταετία 1994-1999, σε 3 περιπτώσεις τυχαίας αλλά έντονης μόλυνσης κτηνιάτρων στη Μακεδονία, με την αμαστιγωτή μορφή του παρασίτου (ενδομυική έγχυση υλικού βιοψίας από διογκωμένα λεμφογάγγλια σκύλων), δεν εμφανίσθηκε νόσημα και δεν ανιχνεύθηκαν ειδικά αντισώματα σε εξαμηνιαίες ορολογικές εξετάσεις, για τουλάχιστον 2 χρόνια μετά τη μόλυνση.
Στην Ελλάδα, κατά την 50ετία 1951-2001 αναφερόταν ετησίως 18-106 κρούσματα και την τελευταία 7ετία κατά μ.ό. περίπου 25 κρούσματα ετησίως (κυρίως σε ανοσοκατεσταλμένα ενήλικα άτομα και σε παιδιά ηλικίας 4 μηνών έως 10 ετών). Το νόσημα είναι πολύ συχνό στον σκύλο (0.7-48.7%). Ο αριθμός των κρουσμάτων του νοσήματος ποικίλλει στις διάφορες περιοχές της χώρας και συνήθως δεν υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των κρουσμάτων στον άνθρωπο και το σκύλο. Στους νομούς Καστοριάς, Φλώρινας, Γρεβενών, Χαλκιδικής, Αγίου Όρους, Θεσσαλονίκης, Έβρου κ.α., τα κρούσματα του νοσήματος είναι συχνά στον σκύλο, όχι όμως στον άνθρωπο. Ειδικότερα στο Ν. Χαλκιδικής και γύρω από την πόλη της Θεσσαλονίκης, η μόλυνση του σκύλου είναι 6.4-6.6%, ενώ στον άνθρωπο αναφέρθηκαν συνολικά 9 κρούσματα σπλαχνικής λεϊσμανίωσης κατά το χρονικό διάστημα 1954-2001 (47 χρόνια). Παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα αυτά δεν αποδίδουν απόλυτα την πραγματική έκταση της μόλυνσης (ύπαρξη ασυμπτωματικών φορέων κ.ά.), συμφωνούν με τη γεωγραφική εξάπλωση και τις βιολογικές συνήθειες των σκνιπών στις χώρες της Μεσογείου.

Στον σκύλο ο πολλαπλασιασμός της L.infantum γίνεται, εκτός των άλλων και στα μακροφάγα του δέρματος, με αποτέλεσμα τα παράσιτα να προσλαμβάνονται ευκολότερα από τις σκνίπες, ενώ στον άνθρωπο ο πολλαπλασιασμός του παρασίτου γίνεται κυρίως στα μονοκύτταρα/μακροφάγα ιστών και οργάνων (σπλήνα, μυελός των οστών, ήπαρ κ.ά.) και οι σκνίπες μολύνονται συνήθως με τα παράσιτα που βρίσκονται στα μακροφάγα του δέρματος.

Σύμφωνα με επιζωοτιολογικά και επιδημιολογικά δεδομένα, η σπλαχνική λεϊσμανίωση στην Ελλάδα εμφανίζεται:

α) ως ανθρωπονόσος (άνθρωπος-σκνίπα-άνθρωπος) με γνωστό μεταδότη τον P.neglectus και πιθανούς μεταδότες τους P.sergenti, P.balcanicus και P.simici, και

β) ως ζωονόσος (σκύλος-σκνίπα-σκύλος) με πιθανό μεταδότη τους P.perfiliewi και P.tobbi, σε περιοχές της χώρας, όπως ο Ν. Χαλκιδικής και γύρω από την πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου δεν απαντάται ο P.neglectus, η μόλυνση του σκύλου είναι σχετικά υψηλή και τα κρούσματα στον άνθρωπο είναι σπανιότατα (συνολικά 9 κρούσματα σε διάστημα 47 ετών). Ο ρόλος των άλλων ξενιστών, όπως λύκος, τσακάλι, αλεπού, τρωκτικά κ.ά., στο βιολογικό κύκλο του παρασίτου είναι μάλλον περιορισμένος, επειδή τα ζώα αυτά απαντώνται στη χώρα μας με μικρούς πληθυσμούς και η συχνότητα μόλυνσής τους με το παράσιτο είναι χαμηλή. Η παθογόνος δράση που ασκείται στον ξενιστή από το παράσιτο συνίσταται: α) στην εξουδετέρωση από το παράσιτο των λυτικών ενζύμων του ξενιστή στην περιοχή του νήγματος της σκνίπας στο δέρμα, στην τροποποίηση του φυσιολογικού pH και του ιοντικού φορτίου των κυττάρων, β) στον πολλαπλασιασμό του παρασίτου και την καταστροφή των κυττάρων, με αποτέλεσμα να ελευθερώνονται ισχυρά οξέα και ένζυμα (μετά την καταστροφή των μονοκύτταρων/μακροφάγων), που διαβρώνουν τους ιστούς του ξενιστή (έλκη στο δέρμα, τον εντερικό βλεννογόνο κ.α.), γ) στην παρατεταμένη ενεργοποίηση των κυτταροτοξικών κυττάρων από τις κυτταροκίνες των ενεργοποιημένων ανοσοαρμόδιων κυττάρων, δ) στην ανάπτυξη των αντιδράσεων υπερευαισθησίας, και κυρίως, ε) στη χρόνια υψηλή συγκέντρωση ανοσοσυμπλεγμάτων στην κυκλοφορία του αίματος και τα υγρά του σώματος και τη φυσιολογική προσκόλληση των ανοσοσυμπλεγμάτων στις βασικές μεμβράνες, το ενδοθήλιο, τους υμένες κ.α., οπότε ενεργοποιούνται οι γλυκοπρωτεΐνες του συμπληρώματος («κλασική οδός ενεργοποίησης»), με αποτέλεσμα να προκαλούνται αλλοιώσεις και λειτουργικές διαταραχές στη σπλήνα, το ήπαρ, τους νεφρούς, τα λεμφογάγγλια, το μυελό των οστών, το λεπτό έντερο, τον κερατοειδή χιτώνα, τις αρθρώσεις, τις μυικές ίνες, τα νεύρα, του; ιστούς συστημάτων (ανοσοποιητικό, αναπνευστικό, κυκλοφορικό κ.ά.). Η χρόνια υψηλή συγκέντρωση ανοσοσυμπλεγμάτων προάγει την ανοσοφαγοκυττάρωση, καθώς και την εμφάνιση υψηλών συγκεντρώσεων αυτοαντισωμάτων, λόγω αυξημένης καταστροφής κυττάρων του ξενιστή, ενώ η συνεχής απαίτηση του παρασίτου για συγκεκριμένα θρεπτικά στοιχεία (π.χ. τρυπτοφάνη), είναι πιθανόν να προκαλέσει αντίστοιχη ανεπάρκεια.

Επιπλέον, το έκκριμα των σιελογόνων αδένων της σκνίπας που εισάγεται στο δέρμα του ξενιστή πριν την απομύζηση του αίματος από αυτόν, περιέχει παράγοντες με αναισθητική, αντιπηκτική, αγγειοδιασταλτική και ανοσοκατασταλτική δράση.

Μηχανισμοί άμυνας: Τα περισσότερα παράσιτα καταστρέφονται στην περιοχή του νήγματος από τους μηχανισμούς της φυσικής ανοσίας (ένζυμα, γλυκοπρωτεΐνες συμπληρώματος κ.ά., μακροφάγα, ουδετερόφιλα, εωσινόφιλα κ.ά.). Τα ελάχιστα παράσιτα που εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος προφυλαγμένα μέσα στα μολυσμένα ουδετερόφιλα κ.ά., αντιμετωπίζονται από τους μηχανισμούς της επίκτητης ανοσίας, η έκβαση των οποίων εξαρτάται από παράγοντες, όπως η ιδιοσυγκρασία του ξενιστή (ενεργοποίηση άξονα φλοιού-υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων) και η κατάσταση της υγείας (χρόνιες παθήσεις). Μετά τη φαγοκυττάρωση, ορισμένοι επίτοποι της L.infantum παρουσιάζονται στην επιφάνεια των μονοκύτταρων/μακροφάγων και αναγνωρίζονται από τα αδιαφοροποίητα Τ-βοηθητικά λεμφοκύτταρα (Τh0). Η αναγνώριση των επιτόπων εντείνεται παρουσία IL-1, που εκλύεται από τα μονοκύτταρα/μακροφάγα, ενώ η παρουσίαση των επιτόπων στην επιφάνεια των μονοκύτταρων/μακροφάγων ευνοείται από την IFN-γ, που εκλύεται από τα Τh0. Αμέσως μετά την αναγνώριση, τα Τh0 διαφοροποιούνται σε Τ βοηθητικά λεμφοκύτταρα-1 (Τh1), παρουσία IFN-γ ή σε Τ βοηθητικά λεμφοκύτταρα-2 (Τh2), παρουσία IL-4. Η επικράτηση των Τh1 (κυτταρική ανοσία) έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή του παρασίτου (ίαση) ή τη μετατροπή του ξενιστή σε ασυμπτωματικό φορέα, ενώ η επικράτηση των Τh2 (χυμική ανοσία) συνοδεύεται από την εμφάνιση νοσήματος. Τα Τh1 παράγουν κυτταροκίνες με τις οποίες ενεργοποιούνται κύτταρα και μηχανισμοί (αντίδραση υπερευαισθησίας τύπος IV) για την καταστροφή του παρασίτου. Ειδικότερα, παράγεται: α) IFN-γ που προάγει την παρουσίαση των επιτόπων από τα μονοκύτταρα/ μακροφάγα, τα οποία επιπλέον ενεργοποιούν τα φυσικά κυτταροκτόνα κύτταρα (ΝΚ) για την καταστροφή του παρασίτου, β) IL-2 που προάγει την ενεργοποίηση των Τ-κυτταροτοξικών λεμφοκυττάρων (καταστροφή παρασίτου), Β λεμφοκυττάρων (IgM, IgG2α), ΝΚ κ.ά., γ) IL-3 που προάγει την ενεργοποίηση των σιτευτικών κυττάρων κ.ά.

Τα Τh2 παράγουν κυτταροκίνες με τις οποίες ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί της χυμικής ανοσίας που όμως δεν αρκούν για την αντιμετώπιση του παρασίτου (ενδοκυτταρική εντόπιση παρασίτου). Επιπλέον, αναπτύσσονται αντιδράσεις υπερευαισθησίας (τύπος I, ΙΙ, ΙΙΙ) οι οποίες ευνοούν μάλλον το παράσιτο, παρά τον ξενιστή. Συγκεκριμένα, παράγεται: α) IL-4, η οποία ενεργοποιεί σιτευτικά, βασίφιλα, εωσινόφιλα κ.ά. (αναφυλακτική αντίδραση, τύπος Ι) και προάγει την παραγωγή των IgG1, IgG4, IgE και IgA, β) IL-3, η οποία ενεργοποιεί τα σιτευτικά κύτταρα, γ) IL-5, η οποία ενεργοποιεί σιτευτικά, εωσινόφιλα κ.ά. και προάγει την παραγωγή των IgG1, IgG4, IgE και IgA), δ) IL-6, η οποία ενεργοποιεί σιτευτικά, βασίφιλα, εωσινόφιλα κ.ά., προάγει την παραγωγή των μορίων MHC II στα Β-λεμφοκύτταρα (καλύτερη παρουσίαση επιτόπων από Β-λεμφοκύτταρα στα Τh0) και εντείνει την παραγωγή των IgG1, IgG4, IgE και IgA, ε) IL-10, η οποία ενεργοποιεί σιτευτικά, βασίφιλα, εωσινόφιλα, Β-λεμφοκύτταρα κ.ά., προάγει την παρουσίαση των επιτόπων από Β-λεμφοκύτταρα στα Τh-0 και καταστέλλει τις δραστηριότητες των Τh1, στ) IL-13, η οποία προάγει την παραγωγή των IgG1, IgG4, IgE και IgA και καταστέλλει τις δραστηριότητες των Τh1, ΝΚ, μονοκύτταρων/ μακροφάγων κ.ά.

Παρά τις προσπάθειες στην κατεύθυνση αυτή έως σήμερα δεν παράχθηκε εμβόλιο κατά του παρασίτου στον σκύλο ή τον άνθρωπο, ενώ πρόσφατα χρησιμοποιήθηκε στο χάμστερ εμβόλιο πρωτεΐνης της L.infantum (papLe22 cDNA) που ενεργοποιεί τα Th1 λεμφοκύτταρα.
Στον σκύλο το νόσημα εμφανίζεται 2 εβδομάδες έως 2 χρόνια μετά τη μόλυνση.

Οι αλλοιώσεις και τα συμπτώματα του νοσήματος που παρατηρούνται είναι: λεμφαδενοπάθεια (στο 96% των μολυσμένων ζώων), πιτυρίαση (73%), σμηγματόρροια (69%), τριχόπτωση (63%), ωχροί βλεννογόνοι (60%), υπερκεράτωση ή επιπεφυκίτιδα (50%), ονυχογρύπωση (40%), αύξηση ή μείωση όρεξης (36%), καταβολή θρέψης (31%), πυρετός (28%), ραγάδες στο δέρμα (26%), συμπτώματα ουραιμίας (19%), γαστρεντερίτιδα ή εντεροκολίτιδα ή έλκη στο δέρμα (15%), έλκη σε μυκτήρες και βλεννογόνους ή ρινικό έκκριμα ή επίσταξη (11%), κερατοειδίτιδα (8%) κ.ά.

Τα εργαστηριακά ευρήματα είναι: αύξηση της ταχύτητας καθίζησης (98%), ειδικά αντισώματα (98%), πτώση αιματοκρίτη (94%), ουραιμία ή πρωτεϊνουρία (50%), μείωση ειδικού βάρους ούρων (38%), αιματουρία (17%) κ.ά.

Η διάγνωση του νοσήματος στον σκύλο στηρίζεται: α) στην ανίχνευση των ειδικών αντισωμάτων (ELISA, IIF, κιτ εμπορίου) στον ορό (80-100%), β) στην κλινική εικόνα και τα εργαστηριακά ευρήματα, γ) στην ανεύρεση της αμαστιγωτής μορφής του παρασίτου σε επιχρίσματα από λεμφογάγγλια, μυελό οστών και αίμα (buffy coat), δ) στην ανάπτυξη της προμαστιγωτής μορφής του παρασίτου in vitro, ε) στην ανίχνευση του DNA του παρασίτου (PCR) στο μυελό των οστών (>95%), το αίμα (10%), τα λεμφογάγγλια, το δέρμα κ.α.

Η πρόγνωση του νοσήματος χωρίς φαρμακευτική αγωγή είναι δυσμενής (πεθαίνει το 80-90% των μολυσμένων ζώων, 3-24 μήνες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων) ή ευμενής (αυτοϊάται το 10-20% των μολυσμένων ζώων). Μετά τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής θεραπεύεται το 40-90% των ζώων. Η φαρμακευτική αγωγή στη λεϊσμανίωση του σκύλου γίνεται με διάφορα φαρμακευτικά σχήματα (στηρίζονται στο βιολογικό κύκλο του παρασίτου και στις σχέσεις που αναπτύσσει με τον ξενιστή), που παρέχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα (βελτίωση της κλινικής εικόνας από τις πρώτες 1-2 εβδομάδες αγωγής στο 85-100% των ζώων) και εφ’ όσον προλαμβάνονται οι αναμολύνσεις και οι αναζωπυρώσεις, το ζώο απαλλάσσεται από το παράσιτο: 1) Φαρμακευτικό σχήμα Α. Χορηγούνται: α) 1 κ.εκ. Milteforan/10 κιλά ζώου, μαζί με την τροφή, μία φορά την ημέρα, για 28 ημέρες, και β) παράλληλα με το Milteforan, 10 mg αλλοπουρινόλη/κιλό ζώου, από το στόμα, ανά 12ωρο (πρωί-βράδυ), για 7 μήνες.

2) Φαρμακευτικό σχήμα Β. Χορηγούνται για 21 ημέρες, Glucantime® 0.33 ml/Kg σ.β./ημέρα, υποδορίως (όχι σε ζώα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια), Gabbrocol® ή Amminofarma® (aminosidine sulphate) 0.1 ml/Kg σ.β./ημέρα, υποδορίως (όχι σε ζώα με νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια ή βλάβες στην 8η εγκεφαλική συζυγία), ketoconazole (Fungoral®) 50 mg/20 Kg σ.β./ημέρα, από το στόμα (ή allopurinol 10-20 mg/Kg σ.β./ημέρα, από το στόμα) και levamizole 5 mg/Kg σ.β./3 ημέρες, από το στόμα ή ενδομυϊκώς (ΠΡΟΣΟΧΗ. Αιματολογικός, βιοχημικός και καρδιολογικός έλεγχος πριν και κατά τη διάρκεια της ενέσιμης αγωγής, κάθε 3 ημέρες. Επίσης, ακολουθείται δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και υπάρχει ΑΦΘΟΝΟ νερό στη διάθεση του ζώου).

3) Φαρμακευτικό σχήμα Γ. Χορηγούνται για 12 μήνες, Glucantime® 75 mg/Kg σ.β./ημέρα, υποδορίως, για 20-30 ημέρες (όχι σε ζώα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια) και allopurinol 20-30 mg/Kg σ.β./ημέρα, από το στόμα, για 20-30 ημέρες. Μετά, η αγωγή συνεχίζεται μόνο με τη χορήγηση allopurinol (20-30 mg/Kg σ.β./ημέρα), καθημερινά για 12 μήνες.

ΠΡΟΣΟΧΗ. Η παρακολούθηση του ζώου κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη φαρμακευτική αγωγή γίνεται με την ορολογική εξέταση του ζώου 1, 2, 3, 6, 12, 18 και 24 μήνες μετά τη λήξη της αγωγής (ανιχνεύονται φθίνουσες τιμές ειδικών αντισωμάτων ή αντιγόνων του παρασίτου συνήθως για 6-12 μήνες μετά τη λήξη της αγωγής).
Όταν οι τιμές των ειδικών αντισωμάτων μειώνονται (στο 14-26% των ζώων), η ορολογική εξέταση επαναλαμβάνεται κάθε 6 μήνες για 2 χρόνια. Όταν οι τιμές των ειδικών αντισωμάτων αυξάνονται (στο 74-86% των ζώων), η φαρμακευτική αγωγή επαναλαμβάνεται. Το 75-78% των ζώων επιβιώνει για 4-6 χρόνια, χωρίς να εμφανίζεται σε αυτά κλινικό νόσημα και χωρίς να εμφανίζεται παρασιταιμία (αδυναμία μόλυνσης των σκνιπών). Είναι, όμως δυνατόν στο 21% των ζώων αυτών να διαπιστώνονται παράσιτα μέσα στα λεμφογάγγλια. Οι αναζωπυρώσεις του νοσήματος εμφανίζονται στα μολυσμένα ζώα έως 1 χρόνο μετά τη φαρμακευτική αγωγή (συνήθως, χαρακτηρίζονται από αύξηση των γ-σφαιρινών, των ειδικών αντισωμάτων, των αντιγόνων του παρασίτου κ.ά.).
Πρέπει να αποφεύγεται η αγωγή της λεϊσμανίωσης του σκύλου με amphotericin B με λιποσώματα (AmBisome®), επειδή: α) δεν πλεονεκτεί σε σύγκριση με τα άλλα φαρμακευτικά σχήματα, β) είναι δαπανηρή, και γ) υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί το φαρμακευτικό «οπλοστάσιο» για την αντιμετώπιση του νοσήματος στον άνθρωπο, σε περίπτωση ανάπτυξης φαρμακοανθεκτικότητος από το παράσιτο. Η πρόληψη της μόλυνσης του σκύλου στηρίζεται: α) στην τοποθέτηση εντομοαπωθητικού περιλαιμίου με deltamethrin (Scalibor®) στον σκύλο, από το Μάϊο έως το Νοέμβριο, β) στην τοποθέτηση, στον αυχένα και τη ράχη του σκύλου, εντομοαπωθητικού με deltamethrin ή με diethyltoluamide-DEET (Anti-Phlebotome®, Autan®), από το Μάϊο έως το Νοέμβριο, μετά τη δύση του ήλιου (αιχμή δραστηριότητας των σκνιπών 21.00-22.00 και 03.30-05.00), γ) στη χρησιμοποίηση εντομοαπωθητικού σαπουνιού (Norikex®) για το λούσιμο του σκύλου, από το Μάϊο έως το Νοέμβριο (όχι σε ζώα που χρησιμοποιούν περιλαίμιο με deltamethrin), δ) στην προληπτική ορολογική εξέταση του σκύλου, κάθε 6μηνο (Μάϊο και Νοέμβριο) για να τίθεται έγκαιρα η διάγνωση (Μάϊο) και να θεραπεύονται τα μολυσμένα ζώα, πριν μετατραπούν σε αποθήκη/φορείς του παρασίτου στη φύση, και ε) στην προληπτική φαρμακευτική αγωγή στον σκύλο με allopurinol (15 mg/Kg σ.β./12ωρο, από το στόμα), από τον Αύγουστο έως το Νοέμβριο, για να «καλύπτεται» το ζώο κατά το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, που είναι η περίοδος με τη μεγαλύτερη μολυσματικότητα των σκνιπών στη χώρα μας. Στον άνθρωπο το νόσημα εμφανίζεται περίπου 2 εβδομάδες έως 7 χρόνια μετά τη μόλυνση.

Οι αλλοιώσεις και τα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι: σπληνομεγαλία (στο 93-98% των μολυσμένων ατόμων), πυρετός ανά 12ωρο κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά τη μόλυνση (83-100%), αδυναμία (70-100%), άλγος αριστερού υποχονδρίου (81-88%), βήχας (72-83%), ανορεξία (62-74%), ηπατομεγαλία (55-65%), επίσταξη (45-55%), διάρροια (25-55%) κ.ά.

Τα εργαστηριακά ευρήματα είναι: πολυκλωνική αύξηση των γ-σφαιρινών >30 g/l (98%), ανίχνευση των ειδικών αντισωμάτων (95%), μείωση των λευκωματινών <30 g/l (88%), αναιμία (60-90%), λευκοκυτταροπενία (85%), αιμοπεταλιοπενία (70%), αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης (40%), των τρανσαμινασών (20%), της χολερυθρίνης (20%) κ.ά.

Η διάγνωση του νοσήματος στον άνθρωπο γίνεται με: α) την ανίχνευση των ειδικών αντισωμάτων (ELISA, IIF) στον ορό (95%), β) την κλινική εικόνα και τα εργαστηριακά ευρήματα (10-90%), γ) την ανεύρεση της αμαστιγωτής μορφής του παρασίτου σε επιχρίσματα από σπλήνα (>95%), μυελό των οστών ή ήπαρ (60-90%) και αίμα (buffy coat, 70%), δ) την ανάπτυξη της προμαστιγωτής μορφής του παρασίτου in vitro (10%), ε) την ανίχνευση του DNA του παρασίτου (PCR) στο μυελό των οστών (>65%).

Η πρόγνωση του νοσήματος χωρίς φαρμακευτική αγωγή είναι δυσμενής (πεθαίνει το 75-95% των ασθενών, 3-20 μήνες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων) ή ευμενής (αυτοϊάται το 5-25% των ασθενών). Μετά τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής θεραπεύεται το 80-90% των ασθενών.

Η φαρμακευτική αγωγή στη σπλαχνική λεϊσμανίωση στηρίζεται σε ένα από τα παρακάτω φαρμακευτικά σχήματα, που όλα παρέχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα (βελτίωση της κλινικής εικόνας 2-5 ημέρες μετά την έναρξη της αγωγής, αλλά είναι δυνατόν να παραμείνει ήπια σπληνομεγαλία για περίπου 1 χρόνο). Όταν αποκλείονται οι αναμολύνσεις και οι αναζωπυρώσεις του νοσήματος, το άτομο απαλλάσσεται από το παράσιτο. 1) Φαρμακευτικό σχήμα Α. Χορηγούνται άλατα αντιμονίου 20 mg/kg σ.β. ενδμ. ή ενδφλ./ημέρα, για 28 ημέρες (έως 10 ml Glucantime®/ημέρα ή έως 850 mg Pentostam®/ημέρα).
2) Φαρμακευτικό σχήμα Β. Χορηγείται amphotericin B με λιποσώματα (AmBisome®) 20-30 mg/kg σ.β., σε 5 δόσεις/ημέρα για 10-21 ημέρες (~4 ώρες/έγχυση) ή 2-3 mg Amρhocil®/kg σ.β./4 ημέρες, ενδφλ. (~4 ώρες/έγχυση), για 7-10 ημέρες (μόνο ή σε συνδιασμό με άλατα αντιμονίου).
3) Φαρμακευτικό σχήμα Γ. Χορηγείται Miltefosine® (hexadecyl-PC) 100 mg/ημέρα (2.5 mg/kg σ.β./ημέρα), από το στόμα, για 30 ημέρες (ιδιαίτερα αποτελεσματική αγωγή στη λεϊσμανίωση από L.donovani).

Η παρακολούθηση του μολυσμένου ατόμου κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη φαρμακευτική αγωγή γίνεται με την ορολογική εξέταση του ατόμου 1, 2, 3, 6, 12, 18 και 24 μήνες μετά τη λήξη της αγωγής (ανιχνεύονται φθίνουσες τιμές ειδικών αντισωμάτων ή αντιγόνων του παρασίτου για 6-12 μήνες μετά τη λήξη της αγωγής).
Όταν οι τιμές των ειδικών αντισωμάτων μειώνονται (στο 95% των κρουσμάτων ή στο 20% των φορέων HIV), η ορολογική εξέταση επαναλαμβάνεται κάθε 6 μήνες για 2 χρόνια.
Όταν οι τιμές των ειδικών αντισωμάτων αυξάνονται (στο 5% των κρουσμάτων ή στο 80% των φορέων HIV), η φαρμακευτική αγωγή επαναλαμβάνεται. Οι αναζωπυρώσεις του νοσήματος εμφανίζονται συνήθως κατά το πρώτο 6μηνο μετά τη φαρμακευτική αγωγή (συνήθως, χαρακτηρίζονται από αύξηση των γ-σφαιρινών, των ειδικών αντισωμάτων, των αντιγόνων του παρασίτου κ.ά.).

Η πρόληψη της μόλυνσης του ανθρώπου στηρίζεται: α) στη χρησιμοποίηση εντομοαπωθητικού (Autan®), στα ακάλυπτα μέρη του σώματος ή στα ρούχα, από το Μάϊο έως το Νοέμβριο, μετά τη δύση του ήλιου, β) στην έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενών (φορείς του παρασίτου στη φύση), και γ) στην ενημέρωση του κοινού για το βιολογικό κύκλο του παρασίτου στη χώρα μας, την επώαση του νοσήματος κ.ά.
1η Ερώτηση: Υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί από λεϊσμανίωση ο ιδιοκτήτης και η οικογένειά του από το μολυσμένο σκύλο τους;

Απάντηση: Όχι. Σύμφωνα με επιζωοτιολογικά και επιδημιολογικά στοιχεία στην Ελλάδα ο άνθρωπος μολύνεται από τις σκνίπες που πήραν το παράσιτο από μολυσμένο άνθρωπο, όχι από μολυσμένο σκύλο. Γι’ αυτό άλλωστε:
α) παρατηρούνται κατά μέσο όρο μόνον 25 νέα κρούσματα του νοσήματος ετησίως στον άνθρωπο στην Ελλάδα, ενώ στον σκύλο παρατηρούνται περισσότερα από 100.000 κρούσματα του νοσήματος (υπολογίζεται ότι ανάλογα με την περιοχή της χώρας, σε κάθε μολυσμένο άνθρωπο αντιστοιχούν 940-5.550 μολυσμένοι σκύλοι !),
β) υπάρχουν περιοχές, όπως ο Ν. Χαλκιδικής και γύρω από την πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου τα κρούσματα του νοσήματος στον άνθρωπο είναι σπανιότατα (στις περιοχές αυτές αναφέρθηκαν στον άνθρωπο συνολικά 9 κρούσματα του νοσήματος σε διάστημα 47 ετών !), σε αντίθεση με τη μόλυνση του σκύλου που είναι συχνή,
γ) υπάρχουν περιοχές, όπως στο Ν. Δράμας και το Ν. Καβάλας, όπου για σειρά ετών αναφέρονται ετησίως τουλάχιστον 3-4 κρούσματα λεϊσμανίωσης στον άνθρωπο και περιοχές, όπως στους νομούς Καστοριάς, Φλωρίνης, Γρεβενών, Έβρου κ.α., όπου δεν αναφέρονται κρούσματα λεϊσμανίωσης στον άνθρωπο, παρά το γεγονός ότι η μόλυνση του σκύλου στις περιοχές αυτές είναι συχνή, και
δ) δεν αναφέρθηκαν κρούσματα λεϊσμανίωσης σε οικογένειες που έχουν μολυσμένους σκύλους.
2η Ερώτηση: Υπάρχει κίνδυνος να μολυνθεί ο ιδιοκτήτης ή ο κτηνίατρος, όταν χαϊδεύει ή περιποιείται τα τραύματα του μολυσμένου σκύλου;

Απάντηση: Όχι. Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, επειδή:
α) στον σκύλο δεν υπάρχει η «μολύνουσα» μορφή του παρασίτου (αυτή αναπτύσσεται ΜΟΝΟ μέσα στη σκνίπα),
β) στην περίπτωση που εισέλθουν σε μικροτραυματισμούς του δέρματος του ανθρώπου, μολυσμένα κύτταρα με το παράσιτο του σκύλου (π.χ. κατά την περιποίηση των αλλοιώσεων του δέρματος του σκύλου), τα κύτταρα αυτά καταστρέφονται αμέσως (μαζί με τα παράσιτα) απο τους μηχανισμούς της φυσικής ανοσίας του ανθρώπου (τα κύτταρα του σκύλου, όπως και τα παράσιτα, αποτελούν «ξένο σώμα» για τον άνθρωπο), και
γ) ακόμη και στην περίπτωση που τα μολυσμένα κύτταρα προέρχονται από μολυσμένο άνθρωπο (π.χ. κατά τη μετάγγιση αίματος από μολυσμένο αιμοδότη), σπανίως μολύνεται το άτομο (απουσία «μολύνουσας» μορφής του παρασίτου, μη συμβατά αντιγόνα κ.ά.).
3η Ερώτηση: Ποιά είναι η πρόγνωση της λεϊσμανίωσης για το μολυσμένο σκύλο;

Απάντηση: Όταν ακολουθείται έγκαιρα η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή θεραπεύονται τα περισσότερα από τα μολυσμένα ζώα. Επίσης, το 10-20% από τα μολυσμένα ζώα αυτοϊάται (χωρίς φαρμακευτική αγωγή).

4η Ερώτηση: Θεραπεύεται η λεϊσμανίωση του σκύλου ή απλά το ζώο παραμένει φορέας του παρασίτου;

Απάντηση: Υπάρχουν φαρμακευτικά σχήματα με ικανοποιητικά αποτελέσματα στο 85-100% των ζώων (τα ζώα απαλλάσσονται από το παράσιτο, όταν προλαμβάνονται οι αναμολύνσεις και οι αναζωπυρώσεις του νοσήματος).

Όταν ο σκύλος αναμολύνεται, πρέπει να επαναλαμβάνεται η φαρμακευτική αγωγή (στην περίπτωση αυτή, το 75-78% των ζώων επιβιώνει για 4-6 χρόνια).

Γενικά, ακόμη και μετά την ανεπιτυχή φαρμακευτική αγωγή, τα παράσιτα εξαφανίζονται για αρκετούς μήνες από το περιφερικό αίμα και επομένως, το ζώο δεν αποτελεί εστία μόλυνσης των σκνιπών.

5η Ερώτηση: Ποιό είναι το ΚΑΛΥΤΕΡΟ φάρμακο στη λεϊσμανίωση του σκύλου;

Απάντηση: Όλα τα φάρμακα είναι αποτελεσματικά, εφ’ όσον:

α) χορηγούνται στα μολυσμένα ζώα ΚΑΘΕ 12 ΩΡΕΣ, επειδή τα παράσιτα βγαίνουν από τα μολυσμένα κύτταρα κάθε 12-24 ώρες και μόνον τότε είναι ευαίσθητα στα φάρμακα,

β) δεν επιβαρύνουν τη λειτουργία των νεφρών και άλλων οργάνων (απουσία παρενεργειών), και

γ) ενισχύουν τους μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού κατά του παρασίτου (ανοσοενισχυτική δράση).
6η Ερώτηση: Είναι δυνατόν να προφυλαχθεί ο σκύλος από τη λεϊσμανίωση;

Απάντηση: Ναι. Κατά την εποχή των σκνιπών στην Ελλάδα (Μάϊος-Νοέμβριος), ο σκύλος προφυλάσσεται αποτελεσματικά από τη μόλυνση με το παράσιτο, όταν:

α) χρησιμοποιείται στο ζώο εντομοαπωθητικό περιλαίμιο (ή spray) με deltamethrin,

β) τοποθετείται εντομοαπωθητικό με diethyltoluamide-DEET, στον αυχένα και τη ράχη του ζώου, μετά τη δύση του ήλιου (αιχμή δραστηριότητος των σκνιπών, 21.00-22.00 και 03.30-05.00),

γ) χρησιμοποιείται εντομοαπωθητικό σαπούνι για το λούσιμο του σκύλου (όχι όταν χρησιμοποιείται περιλαίμιο με deltamethrin),

δ) γίνεται προληπτική ορολογική εξέταση του σκύλου το Μάϊο και το Νοέμβριο, για να τίθεται έγκαιρα η διάγνωση (Μάϊο) και να θεραπεύονται τα μολυσμένα ζώα, πριν μετατραπούν σε αποθήκη/φορείς του παρασίτου στη φύση, και

ε) γίνεται προληπτική φαρμακευτική αγωγή στο ζώο (allopurinol, 15 mg/Kg σ.β./12ωρο, από το στόμα), από τον Αύγουστο έως το Νοέμβριο, για να προφυλάσσεται το ζώο κατά το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, που είναι η περίοδος με τη μεγαλύτερη μολυσματική ικανότητα των σκνιπών στη χώρα μας.
7η Ερώτηση: Υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης ανθεκτικών στελεχών L.infantum, όταν ακολουθείται προληπτική φαρμακευτική αγωγή στον σκύλο;

Απάντηση: Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος όταν γίνεται προληπτική φαρμακευτική αγωγή με allopurinol (το σχήμα πρόληψης της μόλυνσης είναι ίδιο με το θεραπευτικό σχήμα, δηλ. 15 mg/Kg σ.β./12ωρο, για 6 μήνες).

Αντιθέτως, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ανάπτυξης ανθεκτικών στελεχών του παρασίτου, π.χ. όταν χρησιμοποιείται για λόγους πρόληψης το Glucantime® κάθε 2 ημέρες (!), επειδή: α) σε διάστημα 1-3 ωρών μετά τη χορήγησή του, το φάρμακο εξουδετερώνεται από τον οργανισμό, και β) το παράσιτο βγαίνει από τα μολυσμένα κύτταρα (και είναι ευαίσθητο στο φάρμακο) κάθε 12-24 ώρες. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται συνθήκες υποδοσίας του φαρμάκου και «συνθήκες επιλογής» ανθεκτικών στελεχών του παρασίτου.
8η Ερώτηση: Υπάρχει λόγος επιλογής της amphotericin B με λιποσώματα (AmBisome®) για την αντιμετώπιση της λεϊσμανίωσης του σκύλου;

Απάντηση: Όχι. Η χρησιμοποίηση της amphotericin B με λιποσώματα (AmBisome®) στην αντιμετώπιση της λεϊσμανίωσης του σκύλου: α) δεν πλεονεκτεί σε σύγκριση με τα άλλα φαρμακευτικά σχήματα, β) είναι δαπανηρή, και γ) υπάρχει ο κίνδυνος το παράσιτο να αναπτύξει ανθεκτικότητα στο φάρμακο και έτσι, να αποδυναμωθεί το φαρμακευτικό «οπλοστάσιο» για την αντιμετώπιση του νοσήματος στον άνθρωπο.

9η Ερώτηση: Τί συμβαίνει με το νέο σκεύασμα Milteforan στην αντιμετώπιση της λεϊσμανίωσης του σκύλου;

Απάντηση: Το Milteforan® (miltefosine, hexadecyl-PC) έχει παρόμοια αποτελέσματα με τα άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα στην αντιμετώπιση της λεϊσμανίωσης του σκύλου. Παρουσιάζει όμως ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως π.χ. χορηγείται μία φορά την ημέρα μαζί με την τροφή του ζώου, παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα στους ιστούς, δεν εμφανίζει νεφρο- και ηπατοτοξικότητα κ.ά. Στην πραγματικότητα το Milteforan αντικαθιστά το Glucantime στην αντιμετώπιση της λεϊσμανίωσης του σκύλου. Για καλύτερα αποτελέσματα πρέπει: α) να υπολογίζεται το βάρος του ζώου πριν και κατά τη διάρκεια της αγωγής και να χορηγείται 1 κ.εκ. Milteforan/10 κιλά ζώου, μαζί με την τροφή, μία φορά την ημέρα, για 28 ημέρες, και β) να χορηγούνται στο ζώο, παράλληλα με το Milteforan, 10 mg αλλοπουρινόλη/κιλό ζώου, από το στόμα, ανά 12ωρο (πρωί-βράδυ), για 7 μήνες. Το Milteforan δεν χορηγείται σε έγκυα ζώα (πιθανές αλλοιώσεις στο έμβρυο).
10η Ερώτηση: Τί πρέπει να γνωρίζει ο ιδιοκτήτης για την παρακολούθηση του ζώου μετά τη λήξη της φαρμακευτικής αγωγής;

Απάντηση: Θα πρέπει να επισημανθεί στον ιδιοκτήτη ότι η λεϊσμανίωση του σκύλου θεραπεύεται και ότι μετά τη λήξη της φαρμακευτικής αγωγής (όποια και αν έχει επιλεγεί):

1) είναι αναμενόμενο να ανιχνεύονται φθίνουσες συγκεντρώσεις ειδικών αντισωμάτων ή αντιγόνων του παρασίτου για 6-12 μήνες (το ζώο είναι υγιές και δεν μεταδίδει το νόσημα) και η ορολογική εξέταση του ζώου πρέπει να επαναλαμβάνεται 1, 2, 3, 6, 12, 18 και 24 μήνες μετά τη λήξη της αγωγής. Η επιτυχία της αγωγής πιστοποιείται από τη μείωση των συγκεντρώσεων των ειδικών αντισωμάτων, ενώ η αποτυχία της αγωγής διαπιστώνεται από την αύξηση των συγκεντρώσεων των ειδικών αντισωμάτων, οπότε η φαρμακευτική αγωγή επαναλαμβάνεται, και

2) στις ενζωοτικές χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, η αύξηση των συγκεντρώσεων των ειδικών αντισωμάτων μετά τη λήξη της φαρμακευτικής αγωγής οφείλεται: α) στις αναμολύνσεις των ζώων (γι’ αυτό είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων πρόληψης των αναμολύνσεων), και β) στις αναζωπυρώσεις του νοσήματος, που εμφανίζονται έως 1 χρόνο μετά τη φαρμακευτική αγωγή στα μολυσμένα ζώα και χαρακτηρίζονται από αύξηση των συγκεντρώσεων των γ-σφαιρινών, των ειδικών αντισωμάτων, των αντιγόνων του παρασίτου κ.ά.
11η Ερώτηση: Ποιά είναι η πρόγνωση της λεϊσμανίωσης στον άνθρωπο;

Απάντηση: Με τη φαρμακευτική αγωγή επιτυγχάνεται κλινική ίαση στο 95% των ασθενών (ή στο 20% των μολυσμένων φορέων HIV). Ήπια σπληνομεγαλία παρατηρείται έως ένα χρόνο μετά την αγωγή. Το 5% των ασθενών είναι δυνατόν να αυτοϊαθεί, χωρίς φαρμακευτική αγωγή.

12η Ερώτηση: Πώς πρέπει να παρακολουθείται ο ασθενής μετά τη φαρμακευτική αγωγή για λεϊσμανίωση;

Απάντηση: Το αποτέλεσμα της φαρμακευτικής αγωγής ελέγχεται με την ορολογική εξέταση του ασθενούς (ELISA κ.ά.), 1, 3, 6, 12 και 24 μήνες μετά τη λήξη της αγωγής. Αναζωπυρώσεις του νοσήματος εμφανίζονται στο 5% των ασθενών (ή στο 80% των μολυσμένων φορέων HIV), συνήθως μέσα στο πρώτο 6μηνο μετά τη φαρμακευτική αγωγή (απαιτείται επανάληψη της αγωγής).

13η Ερώτηση: Είναι δυνατόν να προφυλαχθεί ο άνθρωπος από τη λεϊσμανίωση;

Απάντηση: Στις ενδημικές χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, η μόλυνση του ανθρώπου κατά την περίοδο των σκνιπών (από το Μάϊο έως το Νοέμβριο) αποφεύγεται με:

α) τη χρησιμοποίηση εντομοαπωθητικού (Autan®) στα ακάλυπτα μέρη του σώματος ή στα ρούχα, μετά τη δύση του ηλίου (διάρκεια εντομοαπωθητικής δράσης περίπου 4 ώρες),

β) την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενών, για να μη αποτελούν φορείς του παρασίτου στη φύση, και

γ) τη σωστή ενημέρωση για το βιολογικό κύκλο της Leishmania infantum, αλλά και των σκνιπών στη χώρα μας.