1. Δυσπλασία του Ισχίου

2.Δυσπλασία- Διάγνωση

3.Δισκοπάθειες στο σκύλο

1.Εμβολιασμός

2. Εχινόκοκκωση - Υδατίδωση

3. Διροφιλαρίωση

4.Λεϊσμανίωση

5.Πιροπλάσμωση

6.Ανθρωποζωονόσοι στην Ελλάδα

1. Το σύνδρομο διάτασης και στροφής στομάχου του σκύλου

2.Παθήσεις της Στοματικής κοιλότητας του σκύλου

3.Καρκίνος του μαστού στον θηλυκό σκύλο

4. Κρυψορχία

Λογότυποσ κυνοπαιδεία
English
Αρχική σελίδα
Επιστροφή στα άρθρα
Κτηνιατρικά άρθρα
copyright 2006-Cynopedia.com
ΚΙΝΗΤΙΚΑ (3)
ΛΟΙΜΩΔΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ (6)
ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ (4)
Φυσιολογία του οίστρου του θηλυκού σκύλου

Θυρεοειδοπάθεια στο σκύλο

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Η εχινοκόκκωση είναι παρασιτικό νόσημα του σκύλου και άλλων σαρκοφάγων της οικ. Canidae, σε ολόκληρο τον κόσμο και οφείλεται στο κεστώδες παράσιτο Echinococcus granulosus (ταινία).
Η υδατίδωση είναι παρασιτικό νόσημα των φυτοφάγων και των παμφάγων ζώων, καθώς και του ανθρώπου, σε ολόκληρο τον κόσμο και οφείλεται στην ανάπτυξη της υδατίδας κύστης (προνυμφική μορφή του Ε.granulosus) στους ιστούς (Εικ. 1).
Η ταινία (1-7 mm) αναπτύσσεται στο λεπτό έντερο του σκύλου, του λύκου, του τσακαλιού, της αλεπούς κ.ά. (τελικοί ξενιστές, εχινοκόκκωση), ενώ η υδατίδα κύστη ή εχινοκοκκική κύστη (γνωστή από την εποχή του Ιπποκράτη, 4ος αιώνας π.Χ.), αναπτύσσεται στους ιστούς του ανθρώπου και περισσότερων από 60 είδη ζώων, όπως πρόβατο, αίγα, βοοειδή, χοίρος, ίππος, τρωκτικά κ.ά. (ενδιάμεσοι ξενιστές, υδατίδωση).
Η μόλυνση του σκύλου στη χώρα μας είναι 0.17-9.1% και των ενδιάμεσων ξενιστών με υδατίδες κύστεις: α) του προβάτου 0.13-0.14% (ζώα < 2 ετών) και 34.9-39.5% (ζώα > 2 ετών) έως 100% των προβάτων,  β) των βοοειδών 0.23-0.24% (ζώα < 2 ετών) και 18.6-24.6% (ζώα > 2 ετών) έως 56.6% των βοοειδών, γ) της αιγός 0.05-0.2% (ζώα < 2 ετών) και 5.9-9.5% (ζώα > 2 ετών) έως 15.4% των αιγών, δ) του χοίρου 0.01-0.04% (ζώα < 2 ετών) και 0.31-0.72% (ζώα > 2 ετών) έως 9.3% των χοίρων κ.ά.
Ο ετήσιος δείκτης μόλυνσης (νέες μολύνσεις) είναι 3.1-4.3 ανά 100.000 κατοίκους (ο αντίστοιχος δείκτης στις ευρωπαϊκές χώρες είναι 0.5-10). Κατά το χρονικό διάστημα 1988-2001, ανιχνεύθηκαν (ELISA) ειδικές ανοσοσφαιρίνες κατά του παρασίτου στο 0.1-0.5% των υγιών ατόμων και στο 24.1% των ασθενών σε Νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης.
Η μόλυνση του ανθρώπου και των ζώων ενδιάμεσων ξενιστών γίνεται με την κατάποση των αυγών του παρασίτου (Εικ. 1). Τα αυγά του παρασίτου διασπείρονται στο περιβάλλον με τα κόπρανα των μολυσμένων σαρκοφάγων ζώων (τελικοί ξενιστές) και απαντώνται στο έδαφος, το νερό, την επιφάνεια των χόρτων, των λαχανικών, των φρούτων, των αντικειμένων κ.ά. Ελάχιστες ώρες μετά την κατάποσή τους, εκκολάπτεται από κάθε αυγό ένα εξάκανθο έμβρυο στον αυλό του εντέρου, εισβάλλει στα τριχοειδή του τοιχώματος και περίπου 12 ώρες μετά τη μόλυνση, φθάνει με τη λέμφο και το αίμα σε διάφορα όργανα και ιστούς, όπου εμφράσσει κάποιο τριχοειδές. Το εξάκανθο έμβρυο (0.025-0.030 mm) διογκώνεται και σε 4 ημέρες αποκτά διάμετρο 0.040-0.050 mm, σε 20 ημέρες 0.250-0.350 mm, σε 1 μήνα ~1 mm, σε 3 μήνες 4-5 mm και σε 5 μήνες ~1 cm (υδατίδα κύστη). Η αύξηση των διαστάσεων της υδατίδας κύστης γίνεται με βραδύ ρυθμό για 5-20 έτη και στον άνθρωπο, φθάνει συνήθως σε διάμετρο 5-10 cm (σπανίως, 30 cm).

Το τοίχωμα της υδατίδας κύστης είναι ελαστικό, ιδιαίτερα ανθεκτικό και αποτελείται (από έξω προς τα μέσα) από: α) μία παχιά ινώδη κάψα, η παραγωγή της οποίας οφείλεται στους μηχανισμούς άμυνας του ξενιστή, β) έναν παχύ χιτώνα, από πολυάριθμα, απύρηνα ελάσματα, και γ) μία λεπτή, γαλακτόχρωμη μεμβράνη (αναπαραγωγική), από την οποία εκβλαστάνουν έως 100.000 θυγατέρες κύστεις (Εικ. 2).
Κάθε θυγατέρα κύστη περιέχει έως 40 σκωληκοκεφαλές, διαμέτρου 0.1 mm, καθώς και εγγονές κύστεις που περιέχουν ή όχι, σκωληκοκεφαλές («γόνιμες» ή «άγονες υδατίδες κύστεις», αντίστοιχα). Οι σκωληκοκεφαλές του παρασίτου που αποκόπτονται από την αναπαραγωγική μεμβράνη, εναιωρούνται στο υγρό της κύστης και μαζί με τα υπολείμματα των κατεστραμμένων θυγατέρων και εγγονών κύστεων αποτελούν την υδατιδική άμμο. Η υδατίδα κύστη διαμέτρου 5 cm είναι δυνατόν να περιέχει έως 40.000.000 σκωληκοκεφαλές, οι οποίες μετά τη ρήξη της κύστης, λόγω ατυχήματος ή λόγω χειρουργικής επέμβασης, διασπείρονται στους ιστούς της ίδιας σωματικής κοιλότητος και προκαλούν την παραγωγή νέων υδατίδων κύστεων (μετάσταση υδατίδων κύστεων).

Ιδανικός ενδιάμεσος ξενιστής του E.granulosus θεωρείται το πρόβατο, επειδή στο ζώο αυτό, το 51% των υδατίδων κύστεων περιέχουν σκωληκοκεφαλές (γόνιμες υδατίδες κύστεις). Το ποσοστό των γόνιμων υδατίδων κύστεων είναι στα βοοειδή 7.5%, στην αίγα 1.9%, στο χοίρο 1.5% και πολύ μικρότερο στα άλλα είδη των ζώων και στον άνθρωπο. Οι άγονες υδατίδες κύστεις δεν προκαλούν μεταστάσεις.
Oι σκωληκοκεφαλές διατρέφονται με θρεπτικά στοιχεία του ενδιάμεσου ξενιστή. Συνήθως, στο υγρό της κύστης ανιχνεύονται: γλυκόζη, ουρία, κρεατινίνη (με συγκέντρωση που ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό), ολικές πρωτεΐνες, χοληστερόλη (με χαμηλότερη συγκέντρωση εκείνης στο πλάσμα του αίματος), ανθρακικά άλατα, χλωριούχο νάτριο (με συγκέντρωση όμοια εκείνης στο πλάσμα), ιόντα φωσφόρου (με υποδεκαπλάσια συγκέντρωση εκείνης στο πλάσμα), ιόντα καλίου, ασβεστίου (με υψηλότερη συγκέντρωση εκείνης στο πλάσμα). Η συγκέντρωση της χοληστερόλης και των ανοσοσφαιρινών στο υγρό των υδατίδων κύστεων των πνευμόνων είναι μικρότερη εκείνης των υδατίδων κύστεων άλλων οργάνων (πιθανόν, λόγω μικρότερης διαπερατότητας του τοιχώματος των κύστεων των πνευμόνων).

Ο σκύλος και οι άλλοι τελικοί ξενιστές του παρασίτου, μολύνονται, όταν διατρέφονται με ωμά μολυσμένα σπλάχνα (υδατίδες κύστεις) ενδιάμεσων ξενιστών, όπως προβάτου, βοοειδών κ.ά. (Εικ. 1). Κάθε σκωληκοκεφαλή του παρασίτου, μετά την άφιξή της στο λεπτό έντερο του σκύλου, εξελίσσεται σε E.granulosus (ταινία, 1-7 mm), 40-60 ημέρες μετά τη μόλυνση και παράγει αυγά, τα οποία αποβάλλονται με τα κόπρανα του μολυσμένου ζώου στο περιβάλλον, μέσα σε προγλωττίδες (200-2.000 αυγά/προγλωττίδα/2 εβδομάδες). Η μόλυνση του περιβάλλοντος με τα αυγά του παρασίτου διαρκεί όσο και η ζωή του παρασίτου, που είναι 5-29 μήνες.

Οι υδατίδες κύστεις είναι δυνατόν να αναπτυχθούν σε κάθε όργανο και ιστό (όπου φθάνει αίμα) και προκαλούν, σχετικά σπάνια, λειτουργικές διαταραχές ή ανατομικές βλάβες, όπως διαταραχές πέψης, ίκτερο, αυτόματα κατάγματα, δύσπνοια, απίσχνανση κ.ά.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΥΔΑΤΙΔΩΣΗΣ

Η διάγνωση της υδατίδωσης ενδιαφέρει κυρίως τον άνθρωπο και στηρίζεται στην ανίχνευση των ειδικών IgG, IgM, IgE και IgA (ELISA, IHA κ.ά.), ενώ υποβοηθείται από τις απεικονιστικές τεχνικές (υπερηχογράφημα, μαγνητική ή αξονική τομογραφία, ακτινογραφία κ.ά.). Συνήθως, η ανεύρεση των υδατίδων κύστεων αποτελεί τυχαίο εύρημα. Η αναρρόφηση υγρού από την κύστη για την αναζήτηση των σκωληκοκεφαλών, των αγκίστρων του παρασίτου κ.ά., πρέπει να αποκλείεται, επειδή υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μετάστασης των υδατίδων κύστεων, καθώς και κίνδυνος πρόκλησης αναφυλακτικής καταπληξίας. Επίσης, η ενδοδερμική αντίδραση Casoni, που χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα στη διάγνωση της υδατίδωσης, δεν χρησιμοποιείται, λόγω των εσφαλμένων αποτελεσμάτων (έως 45%).

Σήμερα, η διάγνωση της υδατίδωσης στηρίζεται στο συνδυασμό των αποτελεσμάτων των απεικονιστικών τεχνικών και εκείνων της ανοσοενζυμικής δοκιμασίας ELISA.
Είναι γνωστό ότι οι ειδικές IgG, IgM, IgE και IgA κατά του παρασίτου, ανιχνεύονται λίγους μήνες μετά τη μόλυνση του ατόμου (Εικ. 3). Η συγκέντρωση και η διάρκεια της ανίχνευσης των ειδικών ανοσοσφαιρινών εξαρτώνται από την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του ατόμου, το στάδιο μόλυνσης, το μολυσμένο όργανο, το μέγεθος, τον αριθμό, τη μερική ή την ολική επασβέστωση των υδατίδων κύστεων κ.ά. Η παραγωγή των ειδικών ανοσοσφαιρινών είναι έντονη, όταν οι υδατίδες κύστεις αναπτύσσονται στο ήπαρ και την περιτοναϊκή κοιλότητα και ήπια, όταν αναπτύσσονται στους πνεύμονες, τον εγκέφαλο, τους οφθαλμούς ή σε ανοσοκατασταλμένα άτομα, σε παιδιά κ.ά.

Η παραγωγή των ειδικών ανοσοσφαιρινών αυξάνεται μετά την εγχειρητική αφαίρεση ή μετά την αυτόματη ρήξη της υδατίδας κύστης (συχνότερη στους πνεύμονες και συνήθως ακολουθείται από αυτοΐαση).

Τέλος, η παραγωγή των ειδικών ανοσοσφαιρινών είναι αυξημένη για αρκετούς μήνες μετά την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή.
Η παραγωγή των ειδικών ΙgM (στο 20% των μολυσμένων ατόμων) φαίνεται να συνδέεται με την παρουσία αντιγόνων του παρασίτου στο αίμα κατά την αρχική φάση της μόλυνσης ή μετά την εγχειρητική αφαίρεση της υδατίδας κύστης, τη φαρμακευτική αγωγή, την αυτόματη ρήξη της υδατίδας κύστης και την ανάπτυξη υδατίδων κύστεων στους πνεύμονες. Οι ειδικές IgΜ ανιχνεύονται για 4-5 μήνες μετά τη μόλυνση ή τις μεταστάσεις, 1-4 μήνες μετά τη φαρμακευτική αγωγή, 3-6 μήνες μετά την αφαίρεση των υδατίδων κύστεων από τους πνεύμονες και σχεδόν για ένα έτος μετά την αφαίρεση των υδατίδων κύστεων από το ήπαρ.

Οι ειδικές IgG ανιχνεύονται στο 60-70% των μολυσμένων ατόμων και η παραγωγή τους έχει σημαντική διαγνωστική αξία, επειδή συνδέεται με τη ζωτικότητα των παρασίτων και το ρυθμό ανάπτυξης της υδατίδας κύστης. Η συγκέντρωση των IgG είναι μεγάλη κατά το αρχικό στάδιο της μόλυνσης και παραμένει σε ανιχνεύσημο επίπεδο έως την καταστροφή της υδατίδας κύστης, αρκετά έτη μετά τη μόλυνση ή λίγους μήνες μετά την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή. Η συγκέντρωση των IgG αυξάνεται ταχύτατα και παραμένει σε υψηλό επίπεδο για 11/2 έτος μετά την εγχειρητική αφαίρεση ή μετά την αυτόματη ρήξη της υδατίδας κύστης.

Οι ειδικές IgE ανιχνεύονται στο 60% των μολυσμένων ατόμων και όπως οι IgA, αυξάνονται ταχύτατα στο αρχικό στάδιο της μόλυνσης και τις μεταστάσεις των υδατίδων κύστεων. Ανιχνεύονται για 4-6 μήνες μετά τη μόλυνση, την εγχειρητική αφαίρεση ή την αυτόματη ρήξη της κύστης, καθώς και μετά τη φαρμακευτική αγωγή. Στην τελευταία περίπτωση, η παραγωγή των ανοσοσφαιρινών είναι εντονότερη και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στα άτομα που υπέστησαν κατά το παρελθόν χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση υδατίδας κύστης, σε σύγκριση με τα άτομα, που δεν υπέστησαν επέμβαση. Τέλος, στο 5-10% των μολυσμένων ατόμων διαπιστώνεται αύξηση των ολικών ΙgE και των εωσινόφιλων κυττάρων.

Στις δοκιμασίες που εφαρμόζονται στην ανοσοδιαγνωστική της υδατίδωσης είναι δυνατόν να αναπτυχθούν διασταυρωμένες αντιδράσεις με ανοσοσφαιρίνες άλλων παρασιτώσεων, ορισμένων τύπων νεοπλασμάτων, κίρρωσης του ήπατος, νοσημάτων αυτοανοσίας κ.ά. Κατά την ορολογική εξέταση (ELISA) 99 ασθενών με υδατίδες κύστεις (88 στο ήπαρ, 9 στους πνεύμονες, 2 στον εγκέφαλο), ανιχνεύθηκαν ειδικές IgG σε 75 ασθενείς (75.8%) και διαπιστώθηκαν διασταυρωμένες αντιδράσεις με ανοσοσφαιρίνες κυστικέρκωσης (σε 6 από 21 ασθενείς), τοξοπλάσμωσης (σε 6 από 20 ασθενείς) και τοξοκάρωσης (σε 2 άτομα από 20 ασθενείς), ενώ δεν παρατηρήθηκαν αντιδράσεις με ανοσοσφαιρίνες τριχινέλλωσης, στρογγυλοείδωσης, λεϊσμανίωσης, λαμπλίωσης, υμενολεπίωσης και αγκυλοστόμωσης. Τέλος, το αρνητικό αποτέλεσμα κατά την ορολογική εξέταση παιδιών, ανοσοκατεσταλμένων ατόμων κ.ά., δεν αποκλείει την ύπαρξη γόνιμης υδατίδας κύστης, ενώ είναι αναμενόμενο αποτέλεσμα, όταν η υδατίδα κύστη έχει επασβεστωθεί και καταστραφεί.
Για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της υδατίδωσης του ανθρώπου πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, ο βιολογικός κύκλος του παρασίτου και οι σχέσεις που αναπτύσσει με τον ξενιστή του. Η διαπίστωση, π.χ. επασβεστώσεων στο τοίχωμα της υδατίδας κύστης, σε συνδυασμό με την ανίχνευση χαμηλών συγκεντρώσεων ειδικών IgG, αποτελούν σαφείς ενδείξεις αποτελεσματικής αντίδρασης του ξενιστή και στην περίπτωση αυτή, η εγχειρητική αφαίρεση της υδατίδας κύστης είναι καταχρηστική και επικίνδυνη, επειδή επιτρέπει την έξοδο των εξασθενημένων σκωληκοκεφαλών από την επασβεστωμένη κύστη και την ανάπτυξη νέων υδατίδων κύστεων στο ίδιο ή σε άλλο όργανο (μετάσταση) της ίδιας σωματικής κοιλότητος.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΧΙΝΟΚΟΚΚΩΣΗΣ

Η διάγνωση του νοσήματος στον τελικό ξενιστή (σκύλος κ.ά.) γίνεται με την ανεύρεση των ωοφόρων προγλωττίδων του παρασίτου, καθώς και των αυγών του παρασίτου κατά την παρασιτολογική εξέταση των κοπράνων (μέθοδος ΜΙF κ.ά.).
ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΥΔΑΤΙΔΩΣΗ

Φυσιολογικά, η καταστροφή της υδατίδας κύστης ολοκληρώνεται από τον οργανισμό του ενδιάμεσου ξενιστή σε διάστημα 5-20 ετών (υπενθυμίζεται ότι η υδατίδωση είναι αυτοϊώμενο νόσημα). Αυτό οφείλεται στη δράση των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος του ξενιστή, που έλκονται από τα μεταβολικά προϊόντα των σκωληκοκεφαλών και πολιορκούν την υδατίδα κύστη. Η ινώδης κάψα που παράγεται γύρω από αυτή, παχύνεται και σκληρύνεται με την εναπόθεση ανόργανων αλάτων ασβεστίου (επασβέστωση) κ.ά., γεγονός που παρεμποδίζει την είσοδο των θρεπτικών στοιχείων στο εσωτερικό της κύστης (= εξασθένιση των σκωληκοκεφαλών), παρεμποδίζει την αποβολή των μεταβολικών προϊόντων του παρασίτου (= καταστροφή των σκωληκοκεφαλών) και δεν επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξη της υδατίδας κύστης.

Γι αυτό, η χειρουργική αφαίρεση της υδατίδας κύστης δικαιολογείται μόνον, όταν η παρουσία της υδατίδας κύστης απειλεί άμεσα τη ζωή του ατόμου (π.χ. παρεμποδίζεται η λειτουργία της αναπνοής, της καρδιάς κ.ά.). Και στην περίπτωση όμως αυτή, ακολουθείται από μακρόχρονη φαρμακευτική αγωγή (με συγκεκριμένο δοσολογικό σχήμα) για να αποτρέπονται οι μεταστάσεις. Όταν η υδατίδα κύστη: α) δεν απειλεί άμεσα τη ζωή του ατόμου, β) είναι επασβεστωμένη, και γ) ανιχνεύεται μικρή συγκέντρωση ειδικών IgG ή το αποτέλεσμα της ορολογικής εξέτασης είναι αρνητικό, τότε η χειρουργική αφαίρεση της υδατίδας κύστης είναι καταχρηστική και επικίνδυνη. Στη περίπτωση αυτή, η απουσία μεταστάσεων μετά την επέμβαση είναι πιθανόν να θεωρηθεί εσφαλμένα, ως απόδειξη επιτυχούς χειρουργικής επέμβασης. Υπενθυμίζεται, όμως ότι η αφαίρεση των επασβεστωμένων ή των άγονων υδατίδων κύστεων δεν συνοδεύεται μετεγχειρητικά από μεταστάσεις, ενώ η απουσία των ειδικών IgG πριν και μετά την επέμβαση είναι απόδειξη καταχρηστικής επέμβασης. Η επιτυχής αφαίρεση της υδατίδας κύστης (όταν η υδατίδα κύστη απειλεί άμεσα τη ζωή του ατόμου) διαπιστώνεται από την εξαφάνιση των ειδικών IgG για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 2 ετών μετά την επέμβαση ή από τη βαθμιαία μείωση και την εξαφάνισή τους τουλάχιστον για 2 έτη, ενώ η αποτυχία της επέμβασης διαπιστώνεται από την ταχύτατη αύξηση των ειδικών IgG, IgM, IgE και IgA, ήδη 1-2 εβδομάδες μετά την επέμβαση. Στη χώρα μας, στο 60% των ασθενών που έχουν υποστεί χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση υδατίδας κύστης, δεν εμφανίζονται μεταστάσεις.

Η επασβέστωση της υδατίδας κύστης και η καταστροφή των παρασίτων είναι δυνατόν να επιταχυνθεί με τη χορήγηση albendazole (Zentel, ESKAΖOlE 10 mg/Kg σ.β./ημέρα, σε 1-11 κύκλους αγωγής των 30 ημερών) και praziquantel (Biltricide, 50 mg/Kg σ.β./ημέρα για 5-7 ημέρες και μετά, 50 mg/Kg σ.β./εβδομάδα για 2 μήνες). Με την ορολογική εξέταση στο τέλος κάθε κύκλου αγωγής, καθώς και κάθε έξι μήνες, για 2 έτη μετά την αποθεραπεία, παρέχονται στοιχεία για τη συνέχιση ή τη διακοπή της χορήγησης των φαρμάκων, ενώ η καταστροφή των σκωληκοκεφαλών διαπιστώνεται από την εξαφάνιση των ειδικών ανοσοσφαιρινών και τη βαθμιαία συρρίκνωση και εξαφάνιση της υδατίδας κύστης.
Η φαρμακευτική αγωγή αντενδείκνυται σε άτομα με εντερίτιδα ή ηπατοπάθεια, επειδή δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί η δραστική ουσία ή να παραχθεί στο ήπαρ ο μεταβολίτης albendazole sulphoxide που έχει την αντιπαρασιτική δράση.

Διεθνώς, σε ασθενείς που ακολούθησαν τη φαρμακευτική αγωγή με albendazole διαπιστώθηκε ότι οι υδατίδες κύστεις καταστράφηκαν (49% μεταξύ 1.010 ατόμων) ή συρρικνώθηκαν (47% μεταξύ 712 ατόμων) ή διακόπηκε η ανάπτυξή τους (18% μεταξύ 718 ατόμων) ή αυξήθηκαν οι διαστάσεις τους (2.4% μεταξύ 500 ατόμων).

Στη χώρα μας εφαρμόζεται στον άνθρωπο με απόλυτη επιτυχία από το 1989, η φαρμακευτική αγωγή υδατίδωσης, με τη χορήγηση: α) 10 mg albendazole (ESKAZOLE®), ΖENTEL®, /Kg σ.β./ημέρα για 30 ημέρες (η ημερήσια δόση επιμερίζεται και χορηγείται με το φαγητό πρωί-μεσημέρι-βράδυ, για καλύτερη απορρόφηση), και β) 50 mg praziquantel (BILTRICIDE®)/Kg σ.β./ημέρα για 7 συνεχείς ημέρες και μετά, 50 mg/Kg σ.β./εβδομάδα για 2 μήνες (δεν επαναλαμβάνεται). Η χορήγηση της albendazole διακόπτεται για 15 ημέρες (μετά τη λήξη κάθε κύκλου αγωγής), στη διάρκεια των οποίων ελέγχονται τα ένζυμα του ήπατος και η συγκέντρωση των ειδικών IgG, IgM, IgE και IgA στον ορό (η αγωγή με albendazole επαναλαμβάνεται συνήθως για 5-11 μήνες ή 3-8 κύκλους αγωγής). Η επιτυχία της αγωγής διαπιστώνεται από: α) την απότομη αύξηση των ειδικών IgM, IgE, IgA μετά τον πρώτο κύκλο αγωγής και των IgG μετά τους τρεις πρώτους κύκλους αγωγής, και β) τη σταδιακή μείωση και εξαφάνιση των IgΕ σε 4 μήνες, των IgΜ σε 12 μήνες, των IgΑ σε 18 μήνες και των IgG σε 42 μήνες, ενώ οι υδατίδες κύστεις επασβεστώνονται, συρρικνώνονται και εξαφανίζονται.
ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΧΙΝΟΚΟΚΚΩΣΗ

Η καταστροφή των ενήλικων παρασίτων επιτυγχάνεται με τη χορήγηση στον σκύλο praziquantel (Droncit®, 5-10 mg/Kg σ.β.) ή bunamidine hydrochloride (Scolaban®, 20-50 mg/Kg σ.β.) ή nitroscanate (Nitroscanate®, Scaniver®, Skanitrol®, 100 mg/Kg σ.β.) ή 15 mg febantel + 14.4 mg pyrantel embonate + 5 mg praziquantel/Kg σ.β. (Drontal Plus®) κ.ά.

ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΧΙΝΟΚΟΚΚΩΣΗΣ - ΥΔΑΤΙΔΩΣΗΣ

Η μόλυνση των ενδιάμεσων ξενιστών (άνθρωπος και φυτοφάγα ζώα κ.ά.) προλαμβάνεται, όταν διακόπτεται η διασπορά των αυγών του παρασίτου στο περιβάλλον με τα κόπρανα των σαρκοφάγων, τελικών ξενιστών του παρασίτου και ακολουθούνται οι κανόνες ατομικής υγιεινής από τον άνθρωπο.

Για το σκοπό αυτό πρέπει:
α) να αποκλείεται η χορήγηση στον σκύλο ωμών σπλάχνων από πρόβατο, βοοειδή κ.ά., που είναι μολυσμένα με υδατίδες κύστεις (προσοχή, όχι στην ελεύθερη σφαγή των ζώων !),
β) να ακολουθείται τακτική φαρμακευτική αγωγή (κάθε 30-35 ημέρες) στους ποιμενικούς και τους κυνηγετικούς σκύλους (κατά τη θηρευτική περίοδο), και
γ) να απομακρύνονται τα αυγά του παρασίτου που είναι προσκολλημένα στο φυτικό έλαιο της επιφάνειας των φρούτων (φράουλες, μήλα κ.ά), των λαχανικών (μαρούλι, τομάτες κ.ά.) που καταναλώνονται ωμά, με τη γαλακτωματοποίηση του φυτικού ελαίου με υγρό σαπούνι και το ξέπλυμα με νερό (το πλύσιμο των φρούτων και των λαχανικών μόνο με νερό, δεν απομακρύνει τα αυγά του παρασίτου, ούτε και η χρησιμοποίηση ξυδιού !).

O σκύλος που δεν διατρέφεται με ωμά μολυσμένα σπλάχνα ζώων, δεν μολύνεται από το παράσιτο. Γι αυτό άλλωστε, δεν βρίσκονται αυγά-E.granulosus στο χώμα των πάρκων της Θεσσαλονίκης (παρά την ύπαρξη στην πόλη περίπου 50.000 σκύλων), επειδή τα ζώα των πόλεων δεν είναι δυνατόν να βρουν και να καταναλώσουν ωμά σπλάχνα μολυσμένων ζώων (ούτε τα αδέσποτα). Αντιθέτως, ο άνθρωπος των πόλεων μολύνεται εύκολα με τα αυγά του παρασίτου, που είναι προσκολλημένα στο φυτικό έλαιο της επιφάνειας των φρούτων, των λαχανικών κ.ά. (εισαγωγή του παρασίτου από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις).
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

1η Ερώτηση: Τί είναι η εχινοκόκκωση και τί είναι υδατίδωση;

Απάντηση: Η εχινοκόκκωση είναι παρασιτικό νόσημα του λεπτού εντέρου του σκύλου και άλλων σαρκοφάγων της οικ. Canidae που προκαλείται από το κεστώδες παράσιτο Echinococcus granulosus. Η υδατίδωση είναι παρασιτικό νόσημα των ιστών των φυτοφάγων και των παμφάγων ζώων, καθώς και του ανθρώπου, που οφείλεται στην ανάπτυξη των υδατίδων κύστεων (η υδατίδα κύστη είναι η προνυμφική μορφή του E.granulosus).

2η Ερώτηση: Πώς μολύνεται ο άνθρωπος και ο σκύλος από εχινόκοκκο;

Απάντηση: Ο άνθρωπος μολύνεται με την κατάποση των αυγών του E.granulosus που βρίσκονται στο περιβάλλον (άπλυτα ή ατελώς πλυμένα ωμά λαχανικά, φρούτα κ.ά.), ενώ ο σκύλος μολύνεται με την κατανάλωση ωμών σπλάχνων μολυσμένων ζώων (υδατίδες κύστεις).

3η Ερώτηση: Μπορεί ο μολυσμένος σκύλος από εχινόκοκκο να μολύνει τον άνθρωπο;

Απάντηση: Όχι. Ο μολυσμένος σκύλος είναι υπεύθυνος μόνο για τη διασπορά των αυγών του παρασίτου με τα κόπρανά του στο περιβάλλον (200-2.000 αυγά/2 εβδομάδες για 5-29 μήνες).

4η Ερώτηση: Μπορεί να υπάρχουν μέσα στις πόλεις μολυσμένοι σκύλοι από εχινόκοκκο;

Απάντηση: Όχι. Για να μολυνθεί ο σκύλος από το παράσιτο πρέπει να καταναλώσει ωμά σπλάχνα μολυσμένων προβάτων, βοοειδών κ.ά. Σπλάχνα με υδατίδες κύστεις καταναλώνονται συνήθως από τους ποιμενικούς σκύλους (παράνομη σφαγή ζώων από τους κτηνοτρόφους) και από τους κυνηγητικούς σκύλους κατά τη θηρευτική περίοδο. Τα ζώα των πόλεων δεν είναι δυνατόν να βρουν και να καταναλώσουν ωμά σπλάχνα μολυσμένων ζώων (ούτε τα “αδέσποτα”), επειδή τα μολυσμένα σπλάχνα κατάσχονται κατά τον κρεοσκοπικό έλεγχο και δεν φθάνουν στην αγορά. Αντιθέτως, ο άνθρωπος των πόλεων μολύνεται εύκολα με τα αυγά του παρασίτου που είναι προσκολλημένα στην επιφάνεια των φρούτων, των λαχανικών κ.ά. και “εισάγονται” με τον τρόπο αυτό από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις.
5η Ερώτηση: Πώς γίνεται η διάγνωση της υδατίδωσης στα ζώα και τον άνθρωπο;

Απάντηση: Η διάγνωση της υδατίδωσης ενδιαφέρει κυρίως τον άνθρωπο και γίνεται με την ανίχνευση των ειδικών IgG, IgM, IgE και IgA (ELISA, IHA κ.ά.). Επίσης, υποβοηθείται από τις απεικονιστικές τεχνικές (υπερηχογράφημα, μαγνητική ή αξονική τομογραφία, ακτινογραφία κ.ά.). Η ανεύρεση των υδατίδων κύστεων αποτελεί συνήθως, τυχαίο εύρημα.

Πρέπει να αποκλείεται η αναρρόφηση υγρού από την υδατίδα κύστη για διαγνωστικούς σκοπούς (αναζήτηση σκωληκοκεφαλών, αγκίστρων κ.ά. του παρασίτου), επειδή υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μετάστασης των υδατίδων κύστεων, καθώς και κίνδυνος πρόκλησης αναφυλακτικής καταπληξίας. Επίσης, δεν χρησιμοποιείται πλέον στη διάγνωση της υδατίδωσης η ενδοδερμική αντίδραση Casoni, λόγω των εσφαλμένων αποτελεσμάτων που φθάνουν έως 45%.

6η Ερώτηση: Πώς αντιμετωπίζεται η υδατίδωση στα ζώα και τον άνθρωπο;

Απάντηση: Η υδατίδα κύστη καταστρέφεται από τον οργανισμό σε διάστημα 5-20 χρόνων (η υδατίδωση είναι αυτοϊώμενο νόσημα). Στον άνθρωπο, με τη φαρμακευτική αγωγή επιτυγχάνεται η καταστροφή των υδατίδων κύστεων σε διάστημα μερικών μηνών. Η χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση της υδατίδας κύστης δικαιολογείται μόνον, όταν η παρουσία της απειλεί άμεσα τη ζωή του ατόμου (π.χ. παρεμπόδιση της αναπνοής, της λειτουργίας της καρδιάς, πίεση μεγάλων αιμοφόρων αγγείων κ.ά.).

7η Ερώτηση: Πώς αποφεύγεται η μόλυνση του ανθρώπου με τα αυγά του E.granulosus;

Απάντηση: Ο άνθρωπος αποφεύγει τη μόλυνση με τα αυγά του παρασίτου, όταν: α) ακολουθεί τους κανόνες ατομικής υγιεινής (πλύσιμο χεριών πριν το φαγητό κ.ά.), και β) πλένει με υγρό σαπούνι (γαλακτωματοποίηση φυτικού ελαίου) και ξεπλένει με νερό τα φρούτα (φράουλες, μήλα κ.ά) και τα λαχανικά (μαρούλι, τομάτες κ.ά.) που καταναλώνονται ωμά και είναι δυνατόν να έχουν προσκολλημένα στο φυτικό έλαιο της επιφάνειάς τους τα αυγά του παρασίτου. Τα αυγά του παρασίτου απομακρύνονται από τα φρούτα και τα λαχανικά μόνο μετά τη γαλακτωματοποίηση του φυτικού ελαίου και όχι με απλό πλύσιμο με νερό ούτε με τη χρησιμοποίηση ξυδιού κ.ά.