Λογότυποσ κυνοπαιδεία
Ελληνικά
Home
buck to articles
Veterinary articles
copyright 2006-Cynopedia.com

1. Hip Dysplasia

2. (GDV Bloat) Syndrome in dogs

3. Echinococcosis-Hydatidosis

4. The Heartworm disease

5. Leishmaniosis

6. Vaccination

7.ecvdi.org

8.The human parasites in the Creece

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Η διροφιλαρίωση είναι παρασιτικό νόσημα του σκύλου και άλλων σαρκοφάγων (λύκος, αλεπού, γάτα κ.ά.) και οφείλεται στο νηματώδες παράσιτο Dirofilaria immitis.
Τα ενήλικα αρσενικά (12-26 cm Χ 0.4-0.9 mm) και θηλυκά παράσιτα (19-31 cm Χ 0.8-1.3 mm) αναπτύσσονται στους κλάδους της πνευμονικής αρτηρίας (Εικ. 1Α), στο δεξιό κόλπο και τη δεξιά κοιλία της καρδιάς (Εικ. 1Β), στην οπίσθια κοίλη φλέβα (Εικ. 1Γ) και σπανιότερα, στην περιτοναϊκή κοιλότητα, τον εγκέφαλο, τους οφθαλμούς κ.α. των σαρκοφάγων, που είναι οι τελικοί ξενιστές του παρασίτου. Στον άνθρωπο, την αρκούδα, τον μυοκάστορα κ.ά. (μη φυσικοί ξενιστές), το παράσιτο επιβιώνει, χωρίς όμως να φθάνει σε γεννητική ωριμότητα.
Εικόνα 1. Ενήλικα Dirofilaria immitis στους κλάδους της πνευμονικής αρτηρίας (Α), στο δεξιό κόλπο και τη δεξιά κοιλία της καρδιάς (Β) και στην οπίσθια κοίλη φλέβα (Γ, Φωτ. Β. Ψύχας).
Η μόλυνση των σαρκοφάγων κ.ά. γίνεται κατά το τσίμπημά τους από μολυσμένα κουνούπια (ενδιάμεσοι ξενιστές), μέσα στα οποία αναπτύσσεται η μολύνουσα μορφή του παρασίτου (μικροφιλάρια γ΄ σταδίου, Larva 3, L3). Οι L3 εισβάλλουν στον υποδόριο ιστό του ξενιστή, μεταναστεύουν κάτω από τις μυικές περιτονίες. Σε διάστημα 1-7 ημερών εξελίσσονται σε L4 και 2-3 μήνες μετά τη μόλυνση του ζώου σε L5 (νεαρά ενήλικα παράσιτα). Με το φλεβικό αίμα φθάνουν στην καρδιά και ενηλικιώνονται στους κλάδους της πνευμονικής αρτηρίας, σε 4-9 μήνες μετά τη μόλυνση του σκύλου. Γεννούν μικροφιλάριες α΄ σταδίου (Larva 1, L1), που εμφανίζονται στο περιφερικό αίμα του ζώου 61/2 έως 9 μήνες μετά τη μόλυνση.
Η D.immitis επιβιώνει έως 7 χρόνια και παράγει μικροφιλάριες (L1), που κυκλοφορούν στο αίμα του σκύλου για 21/2 έως 5 χρόνια, ακόμη και μετά την καταστροφή των ενήλικων παρασίτων. Οι L1 είναι δυνατόν να περάσουν τον πλακούντα, αλλά το έμβρυο δεν μολύνεται, επειδή η μολύνουσα μορφή του παρασίτου είναι η L3 και όχι η L1.
Οι L1 (0.2-0.3 mm) προσλαμβάνονται από τα κουνούπια (Culex spp., Aedes spp., Anopheles spp.) που απομυζούν αίμα από τα μολυσμένα σαρκοφάγα (Εικ. 2) και σε διάστημα 10-16 ημερών, όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι ανώτερη των 27°C, εξελίσσονται σε L3 (0.8-1.2 mm), οι οποίες μεταδίδονται στο επόμενο θύμα, από το οποίο το κουνούπι θα απομυζήσει αίμα.
Εικόνα 2. Η μόλυνση των κουνουπιών (με L1-D.immitis) και η μόλυνση του σκύλου (με L3-D.immitis) γίνεται κατά το τσίμπημα του ζώου από τα μολυσμένα κουνούπια.
Επιζωοτιολογία
Η διροφιλαρίωση απαντάται συχνά στις χώρες της Μεσογείου, στην Αμερική, την Αυστραλία κ.α., όπου υπάρχουν οι ξενιστές και επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες περιβάλλοντος (υγρασία, θερμοκρασία κ.ά.). Π.χ. ο βιολογικός κύκλος των κουνουπιών ολοκληρώνεται σε περιοχές με στάσιμα νερά και υδατοσυλλογές και οι L1 εξελίσσονται μέσα στα κουνούπια σε θερμοκρασία περιβάλλοντος που είναι ανώτερη των 27°C για 10-16 ημέρες. Όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι κατώτερη των 14-18°C, οι L1 δεν εξελίσσονται ή καταστρέφονται μέσα στον ενδιάμεσο ξενιστή.
Στην Ελλάδα, η επικίνδυνη περίοδος για τη μόλυνση των ζώων εκτείνεται από τον Απρίλιο έως τον Νοέμβριο. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, τα κουνούπια μολύνονται συχνά με τις μικροφιλάριες (L1), επειδή: α) απομυζούν συχνότερα αίμα (εποχή κουνουπιών), β) οι δύο ετήσιες εξάρσεις της μικροφιλαριαιμίας, που εμφανίζεται στα μολυσμένα ζώα (εποχική περιοδικότητα), συμβαίνουν κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι, και γ) οι υψηλότερες συγκεντρώσεις των μικροφιλαριών στο περιφερικό αίμα των ζώων απαντώνται τις ώρες 16.00-22.00 (εσπερινή “υποπεριοδικότητα”), κατά τις οποίες τα κουνούπια είναι περισσότερο δραστήρια και απομυζούν αίμα.
Στη χώρα μας, L1-D.immitis αναφέρθηκαν στο αίμα του 4-10% των σκύλων στη Μακεδονία και τη Θράκη, του 0.7% των ζώων στην Αττική κ.α.
Παθογόνος δράση/Αλλοιώσεις
Μετά την άφιξη των παρασίτων στους κλάδους της πνευμονικής αρτηρίας εμφανίζεται ενδαρτηρίτιδα με υποενδοθηλιακό οίδημα και διηθήσεις με ενεργοποιημένα λευκοκύτταρα και αιμοπετάλια. Αργότερα, το τοίχωμα της αρτηρίας παχύνεται (λόγω του έντονου πολλαπλασιασμού των λείων μυικών κυττάρων και των ινοβλαστών), σκληρύνεται και χάνει την ελαστικότητά του, ενώ στενεύει ο αυλός από την ανάπτυξη θηλοειδών προεκβολών. Τα ενήλικα παράσιτα ή τμήματά τους, συντελούν στην εμφάνιση θρόμβων και εμβόλων, ενώ η διήθηση υγρών και κυττάρων στο πνευμονικό παρέγχυμα προκαλεί περιαρτηριακό οίδημα, κοκκιωματώδεις εστίες και αλλεργική πνευμονίτιδα (αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου ΙΙΙ κατά των ανοσογόνων των μικροφιλαριών).
Οι αλλοιώσεις στους πνεύμονες αυξάνουν την αντίσταση στη ροή του αίματος (πνευμονική υπέρταση), γεγονός που συνοδεύεται από υπερτροφία/διάταση της δεξιάς κοιλίας της καρδιάς (πνευμονική καρδιά, cor pulmonale) και καρδιακή ανεπάρκεια, με αύξηση της φλεβικής πίεσης στο ήπαρ, καταστροφή του ηπατικού παρεγχύματος, εμφάνιση οιδημάτων, ασκίτη κ.ά.
Όταν η δεξιά κοιλία, η περιοχή της τριγλώχινος βαλβίδος και η οπίσθια κοίλη φλέβα πληρούνται από ενήλικα παράσιτα εμφανίζεται το σύνδρομο της οπίσθιας κοίλης φλέβας (caval syndrome) και ηπατική ανεπάρκεια.
H υψηλή συγκέντρωση ανοσοσυμπλεγμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα στο αίμα, προκαλεί ανάπτυξη της αντίδρασης υπερευαισθησίας τύπου ΙΙΙ και βλάβες στη βασική μεμβράνη του νεφρικού σωματίου, ενώ η έκτοπη εντόπιση των παρασίτων στον εγκέφαλο, τους οφθαλμούς κ.α., προκαλεί ανάπτυξη κοκκιωμάτων κ.ά.
Περίπου 2 εβδομάδες μετά τη μόλυνση, στον ορό του ζώου ανιχνεύονται ειδικές IgG, η συγκέντρωση των οποίων αυξάνεται σημαντικά σε 2-3 μήνες (ανάπτυξη των L5), αλλά μειώνεται αμέσως μετά την ενηλικίωση των παρασίτων.
Συμπτώματα
Συνήθως δεν εμφανίζονται συμπτώματα στα μολυσμένα ζώα. Σπανίως, είναι δυνατόν να εμφανίζονται δύσπνοια, χρόνιος παροξυστικός βήχας (πρωί και βράδυ ή μετά την καταπόνηση του ζώου), κρίσεις αιμόπτυσης, μείωση του σωματικού βάρους, κακή κατάσταση του τριχώματος, αναιμία, εύκολη κόπωση του ζώου κ.ά. Η κατάσταση επιδεινώνεται, όταν το παρασιτικό φορτίο είναι μεγάλο (αύξηση πνευμονικής υπέρτασης). Σε ζώα ηλικίας 3-5 ετών, που έχουν σύνδρομο οπίσθιας κοίλης φλέβας, η κατάσταση επιδεινώνεται ταχύτατα (σε 24-48 ώρες) και εμφανίζεται δύσπνοια, ανορεξία, αδυναμία, αιμοσφαιρινουρία, χολερυθριναιμία, χολερυθρινουρία, ίκτερο, καταπληξία.
Διάγνωση
Η διάγνωση της διροφιλαρίωσης γίνεται με την ανεύρεση των L1-D.immitis στο περιφερικό αίμα του ζώου με: α) την τροποποιημένη μέθοδο KΝΟΤΤ (Εικ. 3), β) τη μέθοδο “φίλτρου”, γ) την εξέταση νωπού παρασκευάσματος αίματος (>1.000 L1/ml αίματος), και δ) την εξέταση της επιφανειακής στιβάδος των λευκοκυττάρων στη μέθοδο του μικροαιματοκρίτη (>1.000 L1/ml αίματος).
Εικόνα 3. Μικροφιλάριες L1-D.immitis (A, αριστερά-κάτω) και L1-D.repens (Α, δεξιά-επάνω και Β) στην τροποποιημένη μέθοδο KNOTT (Φωτ. Α. Διάκου).

Επίσης, η διάγνωση γίνεται με την ανίχνευση των ειδικών αντιγόνων (ELISA, ευαισθησία 85-100%, ειδικότητα 98-100%) και του DNAτου παρασίτου (PCR, ευαισθησία 1 pg DNA/100 μl αίματος) και υποβοηθείται από το ιστορικό, την κλινική εικόνα, τις απεικονιστικές μεθόδους, τις αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις κ.ά.
Οι L1-D.immitis πρέπει να διαφοροποιούνται από τις μικροφιλάριες άλλων ειδών φιλαριών (π.χ. L1-Dirofilaria repens, Εικ. 3 καιL1-Dipetalonema reconditum), που επίσης κυκλοφορούν στο αίμα των σαρκοφάγων (Πίνακας Ι).
Η συγκέντρωση των μικροφιλαριών στο περιφερικό αίμα των μολυσμένων σαρκοφάγων δεν αντιστοιχεί στον πληθυσμό των ενήλικων παρασίτων στα αγγεία
. Άλλωστε, στο 4.5% των ζώων, στα οποία εμφανίζεται μικροφιλαριαιμία δεν διαπιστώνονται ενήλικα παράσιτα στα αγγεία (τα ενήλικα παράσιτα έχουν ήδη καταστραφεί φυσιολογικά ή μετά τη χορήγηση ενηλικοκτόνων φαρμάκων). Υπενθυμίζεται ότι οι L1 κυκλοφορούν στο αίμα του σκύλου για 21/2 έως 5 χρόνια, ακόμη και μετά την καταστροφή των ενήλικων παρασίτων ή ενδεχομένως, οι L1 εισήλθαν στο ζώο μετά τη μετάγγιση αίματος από μολυσμένο σκύλο. Επίσης, στο 10-67% των μολυσμένων ζώων δεν απαντώνται μικροφιλάριες στο περιφερικό αίμα, επειδή τα παράσιτα είναι υπερήλικα ή άωρα ενήλικα (L5) ή μόνο θηλυκά ή μόνο αρσενικά ή υπέστησαν στείρωση μετά τη χορήγηση φαρμάκων ή καταστράφηκαν από τους μηχανισμούς άμυνας του ξενιστή ή δεν υπήρχαν μικροφιλάριες στο περιφερικό αίμα κατά τη δεδομένη στιγμή της λήψης του αίματος. Στις περιπτώσεις αυτές, η διάγνωση του νοσήματος στηρίζεται στην ανίχνευση των αντιγόνων του παρασίτου στον ορό, ενώ η σημασία των ειδικών αντισωμάτων στη διάγνωση της διροφιλαρίωσης περιορίζεται σημαντικά από τις έντονες διασταυρωμένες αντιδράσεις που αναπτύσσονται, κυρίως με άλλα είδη φιλαριών (για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των ορολογικών δοκιμασιών απαιτείται εξειδικευμένο προσωπικό).
Φαρμακευτική αγωγή
Στόχος της αγωγής είναι η καταστροφή των ενήλικων παρασίτων και των μικροφιλαριών, αλλά και η αποφυγή των επιπλοκών από την καταστροφή των παρασίτων (θρομβοεμβολές, αντιδράσεις υπερευαισθησίας).
Η αγωγή δεν γίνεται σε υπερήλικα ασυμπτωματικά ζώα και σε ζώα με καρδιακή, ηπατική, νεφρική ανεπάρκεια, ενώ πρέπει νααναβάλλεται σε ζώα που εμφανίζουν ίκτερο, ασκίτη κ.ά.
Η καταστροφή των ενήλικων D.immitis γίνεται με τη χορήγηση melarsamine (Immiticideâ) 2.5 mg/kg σ.β./ημέρα για 2 ημέρες, εν τω βάθει ενδομυϊκώς ή με τη χορήγηση thiacetarsamide (Caparsolateâ) 2.2 mg/kg σ.β./12ωρο για 2 ημέρες, ενδοφλεβίως.
Παρά την καταστροφή των ενήλικων παρασίτων, οι μικροφιλάριες κυκλοφορούν στο περιφερικό αίμα του ζώου για πολλούς μήνες (φορείς/αποθήκες του παρασίτου).
Η καταστροφή των μικροφιλαριών (L1) επιτυγχάνεται με τη χορήγηση milbemycin oxime (Interceptorâ) 0.5-1 mg/Kg σ.β., εφάπαξ από το στόμα ή με τη χορήγηση ivermectin (Vαlaneqâ) 0.05-0.2 mg/Kg σ.β., εφάπαξ από το στόμα ή υποδορίως (όχι σε καθαρόαιμα ή σε μιγάδες Collie κ.ά. και σε έγκυα ζώα). Στο 90% των ζώων οι μικροφιλάριες καταστρέφονται σε 15 ημέρες.
Τα μικροφιλαριοκτόνα χορηγούνται 5-6 εβδομάδες μετά τα ενηλικοκτόνα, για να μη φορτίζεται επιπλέον ο ξενιστής και με τα αντιγόνα των κατεστραμμένων μικροφιλαριών.
Η επιτυχία της αγωγής ελέγχεται ένα μήνα αργότερα, με την αναζήτηση των μικροφιλαριών στο περιφερικό αίμα. Σε περίπτωση μικροφιλαριαιμίας επαναλαμβάνεται η αγωγή με τα μικροφιλαριοκτόνα. Σε ένα μήνα η εξέταση για μικροφιλάριες επαναλαμβάνεται και σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, η αγωγή επαναλαμβάνεται με τη χορήγηση των ίδιων ή διαφορετικών ενηλικοκτόνων και μικροφιλαριοκτόνων φαρμάκων.
Για να προληφθούν οι επιπλοκές από την καταστροφή των παρασίτων, χορηγούνται στο ζώο 5 mg acetylsalicylic acid/kg σ.β./ημέρα, για λίγες ημέρες έως πολλές εβδομάδες πριν την έναρξη της αγωγής και για περίπου 30 ημέρες μετά τη χορήγηση των ενηλικοκτόνων ή μικροφιλαριοκτόνων φαρμάκων.
Παρά ταύτα, σε πολλά από τα μολυσμένα ζώα εμφανίζονται θρομβοεμβολές και καταπληξία, κατά τη διάρκεια της αγωγής ή μετά την αγωγή με τα ενηλικοκτόνα ή τα μικροφιλαριοκτόνα φάρμακα.
Πρόληψη
Στις ενζωοτικές χώρες, όπως η Ελλάδα, είναι σημαντικό να λαμβάνονται εγκαίρως τα μέτρα με τα οποία προλαμβάνεται η μόλυνση των ζώων (με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται επιπλέον και η φήμη του κτηνιάτρου, ο οποίος παρά τους σωστούς χειρισμούς, υφίσταται τελικά τις συνέπειες της αποτυχημένης φαρμακευτικής αγωγής).
Είναι γεγονός ότι παρά τη χρησιμοποίηση περιλαιμίων με εντομοαπωθητικά, η μόλυνση του σκύλου με μικροφιλάριες L3 είναι δύσκολο να αποφευχθεί. Είναι όμως εύκολο να διακοπεί η ανάπτυξη των L3 μετά τη μόλυνση του σκύλου, με τη χορήγηση milbemycinoxime (Interceptorâ) 0.5-1 mg/kg σ.β. ή ivermectin (Vαlaneqâ, Cardotekâ) 0.006 mg/kg σ.β. (με τη δόση αυτή χορηγείται στα Collie, καθώς και σε έγκυα ζώα), μία φορά το μήνα (κάθε 30 ημέρες) από τον Απρίλιο έως το Νοέμβριο (στις χώρες, όπου οι θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια του χειμώνα είναι υψηλές, η προληπτική αγωγή εφαρμόζεται ολόκληρο το έτος). Πριν την έναρξη της προληπτικής αγωγής, το ζώο πρέπει να εξετάζεται για την παρουσία μικροφιλαριών (L1) ή παρασιτικού αντιγόνου, για να αποφεύγονται οι επιπλοκές. Όταν το αποτέλεσμα της εξέτασης είναι θετικό εφαρμόζεται αγωγή με ενηλικοκτόνα και μικροφιλαριοκτόνα φάρμακα.
Στις ενζωοτικές χώρες πρέπει να εξετάζονται όλοι οι σκύλοι (ακόμη και όσοι ακολουθούν προληπτική αγωγή), για μικροφιλάριες ή για αντιγόνα του παρασίτου, κάθε 6 μήνες, για να διαπιστώνονται εγκαίρως και να θεραπεύονται τα μολυσμένα ζώα (αποθήκη του παρασίτου στη φύση).
Επίσης, είναι σημαντικό να αποφεύγεται η συσσώρευση σκουπιδιών, άδειων κονσερβών, παλιών ελαστικών αυτοκινήτων κ.ά., κοντά σε κατοικίες, επειδή αποτελούν βιότοπους (ιδιαίτερα, τους θερμούς μήνες μετά τη βροχή) για τα κουνούπια, που αναπτύσσονται σε διάστημα 7-16 ημερών. Τα θηλυκά κουνούπια απομυζούν αίμα (αντιλαμβάνονται το θύμα τους σε απόσταση 20-35 μέτρων) και τα αρσενικά, φυτικούς χυμούς. Τα κουνούπια επιβιώνουν αρκετούς μήνες, με εξαίρεση τα Anopheles spp., που μπορούν να διαχειμάσουν, έτσι ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι μικροφιλάριες (L3) μεταδίδονται στα ζώα και κατά τους χειμερινούς μήνες. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, επειδή οι θερμοκρασίες που επικρατούν στη χώρα μας κατά τους χειμερινούς μήνες όχι μόνο δεν επιτρέπουν την εξέλιξη τωνL1 σε L3 μέσα στα κουνούπια, αλλά συντελούν στην καταστροφή τους.
Δημόσια υγεία
Η D.immitis και η D.repens (D.conjunctivae), είναι δυνατόν να αναπτυχθούν και στον άνθρωπο (μη φυσικός ξενιστής του παρασίτου), χωρίς όμως να φθάνουν σε γεννητική ωριμότητα ή αναπτύσσονται μόνον αρσενικά ή μόνο θηλυκά παράσιτα. Συνήθως, η D.immitisαπαντάται σε οζίδια των πνευμόνων (2-3 cm, χωρίς επασβεστώσεις), η δημιουργία των οποίων οφείλεται σε θρομβοεμβολές και δευτερογενή κοκκιώματα και η D.repens σε υποδόρια οζίδια στην κεφαλή, τα βλέφαρα (επιπεφυκότα), τον κορμό, τα άκρα, το όσχεο κ.α.
Στη χώρα μας, κατά την τελευταία δεκαετία βρέθηκαν ενήλικα D.conjunctivae σε 5 άτομα (σε οζίδια του επιπεφυκότα, της πλάτης, του βραχίονα, της κεφαλής και του οσχέου, αντίστοιχα). Συνήθως δεν εμφανίζονται συμπτώματα και η διάγνωση του νοσήματος στηρίζεται στην ανεύρεση των ενήλικων παρασίτων στα υποδόρια οζίδια. Όταν τα παράσιτα δεν είναι δυνατόν να απομακρυνθούν χειρουργικά, καταστρέφονται με τη χορήγηση albendazole ή ivermectin.



Dirofilariosis. By S. Th. Haralabidis, DVM, former Prof. of Parasitology and Parasitic Diseases, Vet.Med.Faculty, Aristotle University of Thessaloniki, Greece (harala@vet.auth.gr).
Ερωτήσεις και Απαντήσεις


Τί είναι η διροφιλαρίωση; 
Είναι νόσημα που προκαλείται από το παράσιτο Dirofilaria immitis, που έχει μήκος 12-30 εκατοστά και αναπτύσσεται στην καρδιά τουσκύλου, του λύκου, της αλεπούς και άλλων σαρκοφάγων ζώων. 

Είναι συχνό νόσημα στην Ελλάδα; 
Η μόλυνση του σκύλου στη Μακεδονία και τη Θράκη είναι 4-10%, στην Αθήνα 0.6% κ.α. 

Πώς μολύνεται ο σκύλος; 
Ο σκύλος μολύνεται από κουνούπια, που πήραν το παράσιτο, όταν τσίμπησαν πριν 10-16 ημέρες κάποιο μολυσμένο σκύλο (η διροφιλάρια πρέπει πρώτα να μείνει για 10-16 ημέρες μέσα στο κουνούπι για να μπορέσει να μολύνει άλλο σκύλο). 

Πού και πώς αναπτύσσονται τα κουνούπια; 
Τα κουνούπια αναπτύσσονται σε 7-16 ημέρες μέσα στο νερό (λίμνες, ποτάμια, βάλτοι κ.ά., ακόμη και σε παλιά λάστιχα αυτοκινήτων και σε κουτιά από κονσέρβες, που γέμισαν με νερό βροχής). Ζουν πολλούς μήνες έως ένα χρόνο και τα θηλυκά κουνούπια πίνουν αίμα από ζώα και άνθρωπο (αντιλαμβάνονται το θύμα τους από 20-35 μέτρα), ενώ τα αρσενικά κουνούπια πίνουν μόνο χυμούς φυτών. 

Ποιά είναι η πιο επικίνδυνη εποχή για να μολυνθεί ο σκύλος; 
Από τον Απρίλιο έως το Νοέμβριο. 

Τί κάνει το παράσιτο μόλις μπει μέσα στο σκύλο; 
Από την περιοχή του τσιμπήματος στο δέρμα, το παράσιτο έρπει μέσα στους ιστούς, ενώ μεγαλώνει και φθάνει στην καρδιά 4-9 μήνες μετά τη μόλυνση του σκύλου. Τα ενήλικα παράσιτα ζουν στην καρδιά του σκύλου έως 7 χρόνια. Τα θηλυκά παράσιτα γεννούν προνύμφες, 6,5-9 μήνες μετά τη μόλυνση του ζώου, οι οποίες κολυμπούν στο αίμα και προσλαμβάνονται από τα θηλυκά κουνούπια, όταν πίνουν αίμα από το μολυσμένο σκύλο. 

Πώς καταλαβαίνουμε αν είναι μολυσμένος ο σκύλος; 
Συνήθως δεν εμφανίζονται συμπτώματα. Μερικά όμως από τα μολυσμένα ζώα κουράζονται εύκολα, αδυνατίζουν, έχουν δύσπνοια, βήχουν έντονα (πρωί και βράδυ ή μετά άσκηση), έχουν θαμπό τρίχωμα, ίκτερο κ.ά. Κατά την εξέταση του αίματος στο μικροσκόπιο παρατηρούνται οι προνύμφες της διροφιλάριας. Οι περισσότερες προνύμφες βρίσκονται στο αίμα του σκύλου κυρίως το βράδυ (τότε πετούν και τα κουνούπια) και ζούν στο αίμα του σκύλου για 2,5-5 χρόνια. Η διάγνωση του νοσήματος γίνεται επίσης με την ανίχνευση των αντιγόνων του παρασίτου στον ορό (χρησιμοποίηση κιτ εμπορίου). 

Θεραπεύεται η διροφιλαρίωση; 
Θεραπεύεται, όταν γίνεται έγκαιρα και σωστά η φαρμακευτική αγωγή, σύμφωνα με τις υποδείξεις και την παρακολούθηση του κτηνιάτρου. Η αγωγή δεν γίνεται σε υπερήλικα ζώα και σε ζώα με καρδιακή, ηπατική, νεφρική ανεπάρκεια, ενώ αναβάλλεται σε ζώα με ίκτερο, ασκίτη κ.ά. 
    Στόχος της αγωγής είναι να καταστραφούν πρώτα τα ενήλικα παράσιτα και μετά, οι προνύμφες στο αίμα. Παράλληλα, πρέπει να προλαμβάνονται οι επιπλοκές από την καταστροφή των παρασίτων (θρομβοεμβολές κ.ά.). Λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη της αγωγής και για περίπου 30 ημέρες μετά τη χορήγηση των φαρμάκων, χορηγούνται στο ζώο 5 mg acetylsalicylic acid/kg σ.β./ημέρα, για να προληφθούν οι επιπλοκές από την καταστροφή των παρασίτων. Παρά ταύτα, σε πολλά από τα μολυσμένα ζώα, που ακολουθούν φαρμακευτική αγωγή, εμφανίζονται θρομβοεμβολές και καταπληξία, στη διάρκεια ή μετά την αγωγή. 
    1ο. Καταστροφή των ενήλικων D.immitis. Χορηγείται melarsamine (Immiticide) 2.5 mg/kg σ.β./ημέρα για 2 ημέρες, βαθειά ενδομυϊκά ή με thiacetarsamide (Caparsolate) 2.2 mg/kg σ.β./12ωρο για 2 ημέρες, ενδοφλεβίως
    2ο. Καταστροφή των μικροφιλαριών α΄ σταδίου. Γίνεται, 5-6 εβδομάδες μετά την καταστροφή των ενήλικων, με milbemycinoxime (Interceptor) 0.5-1 mg/Kg σ.β., εφάπαξ από το στόμα ή με ivermectin (Vαlaneq) 0.05-0.2 mg/Kg σ.β., εφάπαξ από το στόμα ή υποδορίως (όχι σε Collie, Husky και σε έγκυα ζώα). Στο 90% των ζώων οι προνύμφες καταστρέφονται σε 15 ημέρες. Ένα μήνα μετά το τέλος της αγωγής εξετάζεται το αίμα του ζώου. Αν υπάρχουν προνύμφες επαναλαμβάνεται η αγωγή. 


Προλαμβάνεται η μόλυνση του σκύλου με το παράσιτο; 
Είναι γεγονός ότι το τσίμπημα του σκύλου από κουνούπια είναι δύσκολο να αποφευχθεί. Είναι όμως εύκολο, να διακοπεί η ανάπτυξη των παρασίτων μέσα στον σκύλο. Αυτό, επιτυγχάνεται με τη χορήγηση μία φορά το μήνα (δηλ. κάθε 30 ημέρες) από τον Απρίλιο έως το Νοέμβριο, milbemycin oxime (Interceptor) 0.5-1 mg/kg σ.β. ή ivermectin (Vαlaneq, Cardotek) 0.006 mg/kg σ.β. (με τη δόση αυτή χορηγείται στα Collie, Husky, καθώς και σε έγκυα ζώα). 
    Είναι αυτονόητο ότι η προληπτική αγωγή γίνεται μόνο σε υγιή ζώα. Γι αυτό, πριν την έναρξη της προληπτικής αγωγής, το ζώο πρέπει να εξετάζεται
    Στις ενζωοτικές χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, πρέπει να εξετάζονται όλοι οι σκύλοι (ακόμη και όσοι ακολουθούν προληπτική αγωγή), κάθε 6 μήνες, για να διαπιστώνονται εγκαίρως και να θεραπεύονται τα μολυσμένα ζώα, που είναι αποθήκη του παρασίτου στη φύση. 

Είναι δυνατόν να μολυνθεί ο άνθρωπος από το μολυσμένο σκύλο; 
Ο άνθρωπος δεν μολύνεται από το μολυσμένο σκύλο, αλλά από το τσίμπημα κουνουπιών. Σε σπάνιες περιπτώσεις η D.immitis είναι δυνατόν να αναπτυχθεί στον άνθρωπο, μέσα σε οζίδια των πνευμόνων (διάμετρος 2-3 cm), χωρίς όμως να φθάνει σε γεννητική ωριμότητα.